Νέα έρευνα δείχνει ότι η υπερβολική ενασχόληση με τις αγορές και τα κοινωνικά δίκτυα συνδέεται άμεσα με την αύξηση του άγχους
Σύμφωνα με τα ευρήματα μιας νέας εκτενούς μελέτης, η συχνή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και οι διαδικτυακές αγορές δεν λειτουργούν ως μέσα χαλάρωσης, αλλά αντιθέτως συνδέονται με αυξημένα επίπεδα στρες. Η έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Medical Internet Research, ανατρέπει την κοινή πεποίθηση ότι η «λιανική θεραπεία» (retail therapy) ή το scrolling στο διαδίκτυο μπορούν να βοηθήσουν στην αποφόρτιση από την καθημερινή πίεση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι δραστηριότητες που πολλοί θεωρούν ως «διαφυγή» από τα προβλήματα της ημέρας, στην πραγματικότητα επιβαρύνουν το νευρικό σύστημα και εντείνουν το αίσθημα της ανησυχίας.
Η μελέτη διεξήχθη από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Aalto στη Φινλανδία και βασίστηκε στην ανάλυση της ψηφιακής συμπεριφοράς σχεδόν 1.500 ενηλίκων για διάστημα επτά μηνών. Σε αντίθεση με προηγούμενες έρευνες που βασίζονταν αποκλειστικά σε ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ειδικό λογισμικό που κατέγραψε με ακρίβεια 47 εκατομμύρια επισκέψεις σε ιστότοπους και 14 εκατομμύρια χρήσεις εφαρμογών. Αυτή η αντικειμενική προσέγγιση επέτρεψε στην ομάδα να δει την πραγματική σχέση ανάμεσα στον χρόνο που αφιερώνεται σε συγκεκριμένες πλατφόρμες και στα επίπεδα άγχους που ανέφεραν οι χρήστες σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι διαδικτυακές αγορές και τα social media είχαν την ισχυρότερη συσχέτιση με το αναφερόμενο άγχος των συμμετεχόντων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο έντασης.
Ο εθιστικός χαρακτήρας των αλγορίθμων
Ο ερευνητής Mohammed Belal επεσήμανε ότι ενώ οι άνθρωποι συχνά στρέφονται στο διαδίκτυο για να ξεφύγουν από το στρες, η δραστηριότητα αυτή φαίνεται να επιδεινώνει την κατάσταση. Μάλιστα, για τα άτομα που ήταν ήδη αγχωμένα, ο χρόνος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν δύο φορές πιο πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση της πίεσης σε σύγκριση με άλλες ψηφιακές ενασχολήσεις, όπως το online gaming. Η έρευνα κατέγραψε επίσης δημογραφικές διαφορές, με τις γυναίκες να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα στρες σε σχέση με τους άνδρες, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και οι πιο εύποροι συμμετέχοντες επηρεάζονταν λιγότερο από τις ψηφιακές τους συνήθειες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των πλατφορμών αγορών, που είναι σχεδιασμένοι να κρατούν τον χρήστη προσκολλημένο στην οθόνη, ενδέχεται να συμβάλλουν στην αίσθηση του «ψηφιακού βάρους».
Ένα ιδιαίτερο εύρημα της μελέτης ήταν ότι ο έλεγχος των email και η ανάγνωση ειδήσεων συνδέονταν με χαμηλότερα επίπεδα στρες. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι οι χρήστες με υψηλό άγχος έτειναν να αποφεύγουν την ενημέρωση, κάτι που εξηγεί τη μειωμένη κατανάλωση ειδήσεων σε αυτή την ομάδα. Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι η κατανάλωση περιεχομένου ενηλίκων σε περιορισμένο βαθμό παρείχε μια προσωρινή ανακούφιση από το στρες ή την πλήξη, αν και οι επιστήμονες σημειώνουν ότι αυτό το πεδίο χρήζει περαιτέρω διερεύνησης για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Η κατανόηση αυτών των μοτίβων είναι καθοριστική για τον μελλοντικό σχεδιασμό εφαρμογών που θα μπορούσαν να προειδοποιούν τους χρήστες όταν η δραστηριότητά τους αρχίζει να επιβαρύνει την ψυχική τους υγεία.
Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ποιότητα της διαδικτυακής ενασχόλησης είναι πιο σημαντική από τη συνολική διάρκεια παραμονής στην οθόνη. Ενώ ορισμένες δραστηριότητες φαίνεται να προσφέρουν μια μορφή απόδρασης, οι διαδικτυακές αγορές και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τείνουν να παγιδεύουν τους χρήστες σε μια κατάσταση συνεχούς εγρήγορσης και σύγκρισης. Η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Aalto τονίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο οι ψηφιακές συνήθειες επηρεάζουν την ευεξία, ειδικά σε μια εποχή που η ψηφιακή ζωή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας.