Επιδημιολογική επιτήρηση της λέπρας, εισαγόμενα κρούσματα και τα στοιχεία στις ευρωπαϊκές χώρες
Η Παγκόσμια Ημέρα Λέπρας του 2026, στις 25 Ιανουαρίου, αποτέλεσε αφορμή για την επανεξέταση της επιδημιολογικής επιτήρησης της λέπρας στην Ευρώπη, μέσα από ανάλυση που δημοσιεύθηκε το στο επιστημονικό περιοδικό Euro Surveillance από τον Paul E. M. Fine, ομότιμο καθηγητή Επιδημιολογίας Μεταδοτικών Νοσημάτων στη Σχολή Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου. Η λέπρα, νόσος με μακραίωνη ιστορία, εξακολουθεί να υφίσταται σε παγκόσμιο επίπεδο, παρά τη σημαντική μείωση της επίπτωσής της τις τελευταίες δεκαετίες. Προκαλείται από το Mycobacterium leprae και παραμένει ενδημική σε ολόκληρη την Αφρική, στη Νοτιοανατολική Ασία και στο μεγαλύτερο μέρος της Λατινικής Αμερικής, με εξαίρεση τη Χιλή.
Σε διεθνές επίπεδο, η λέπρα συγκαταλέγεται στα υποχρεωτικώς δηλούμενα νοσήματα στις περισσότερες χώρες. Παρά ταύτα, η επιδημιολογική της επιτήρηση χαρακτηρίζεται από ελλείψεις και ασυνέπειες, γεγονός που επηρεάζει την πληρότητα και την αξιοπιστία των διαθέσιμων δεδομένων. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η λέπρα έχει τεθεί ως στόχος παγκόσμιας εξάλειψης από το 1991, με διαφορετικούς ορισμούς και επιχειρησιακά κριτήρια κατά καιρούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το 2024 διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν παγκοσμίως 172.717 νέα περιστατικά, αριθμός που αποτυπώνει θεαματική μείωση σε σύγκριση με τα 752.417 περιστατικά του 2000 και συνεχιζόμενη πτωτική πορεία σε σχέση με το 2015, όταν είχαν καταγραφεί 210.758 περιπτώσεις.
Η μεγάλη μείωση που παρατηρήθηκε διεθνώς μεταξύ 2000 και 2015 αποδόθηκε κυρίως σε δεδομένα που προήλθαν από την Ινδία και αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης ως προς την ακρίβεια της καταγραφής. Σε αντίθεση με τη συνολική παγκόσμια εικόνα, τα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν διαφορετική τάση. Οι δηλωθείσες νέες περιπτώσεις στην Ευρώπη αυξήθηκαν από 18 το 2015 σε 79 το 2024. Η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά απαραίτητα αύξηση της μετάδοσης, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αύξηση του αριθμού των χωρών που υποβάλλουν συστηματικά αναφορές στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ακόμη και μηδενικές. Την τελευταία δεκαετία, οι χώρες που συμμετέχουν στη διαδικασία δήλωσης αυξήθηκαν από 28 σε 35.
Παράλληλα, παρατηρούνται έντονες διακυμάνσεις στους ετήσιους αριθμούς κρουσμάτων ανά χώρα, γεγονός που υποδηλώνει ασυνέχεια στις διαδικασίες επιτήρησης και δήλωσης. Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής την περίοδο 2020–2021, όταν τα συστήματα υγείας και δημόσιας υγείας επηρεάστηκαν σημαντικά από την πανδημία COVID-19, με αποτέλεσμα την υποκαταγραφή περιστατικών. Πέρα από τα ζητήματα καταγραφής, η λέπρα αποτελεί πλέον εξαιρετικά σπάνια νόσο στην Ευρώπη και η μεγάλη πλειονότητα των πρόσφατα διαγνωσμένων περιστατικών δεν σχετίζεται με μετάδοση εντός ευρωπαϊκού εδάφους.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι σχεδόν όλα τα πρόσφατα περιστατικά αφορούν λοιμώξεις που αποκτήθηκαν εκτός Ευρώπης και διαγνώστηκαν μετά την άφιξη των ασθενών σε ευρωπαϊκές χώρες. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τις μεταναστευτικές ροές από περιοχές υψηλής ενδημικότητας στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα περιλαμβάνουν περιστατικό στην Ιρλανδία σε άτομο με ιστορικό διαβίωσης στην Καραϊβική και στη Βραζιλία, περιστατικό στην Κροατία σε εργαζόμενο από το Νεπάλ, το πρώτο στη χώρα από το 1993, καθώς και περίπτωση στη Ρουμανία σε γυναίκα προερχόμενη από ασιατική χώρα, που αποτέλεσε το πρώτο καταγεγραμμένο κρούσμα από το 1981.
Η ταυτοποίηση του τόπου και του χρόνου μετάδοσης του Mycobacterium leprae παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη. Δεν υπάρχει αξιόπιστη διαγνωστική δοκιμασία για τον εντοπισμό της λοίμωξης σε πρώιμο στάδιο, ενώ η περίοδος επώασης είναι μακρά και μεταβλητή, κυμαινόμενη από λίγα έτη έως και δεκαετίες. Η μετάδοση θεωρείται ότι γίνεται κυρίως μέσω αναπνευστικών εκκρίσεων ατόμων με πολυβακτηριδιακή μορφή της νόσου, ενδεχομένως και πριν από την εμφάνιση κλινικών συμπτωμάτων. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και με λεπτομερή επιδημιολογική διερεύνηση, η ακριβής στιγμή της μόλυνσης συχνά δεν μπορεί να προσδιοριστεί.
Η εμπειρία του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου η λέπρα παρακολουθείται συστηματικά επί δεκαετίες, είναι ενδεικτική. Παρά τα εκατοντάδες περιστατικά που έχουν καταγραφεί τα τελευταία πενήντα χρόνια, το τελευταίο τεκμηριωμένο κρούσμα τοπικής μετάδοσης διαγνώστηκε το 1954. Αντίστοιχα, δεδομένα από την Ισπανία και τη βόρεια Πορτογαλία υποδεικνύουν ότι η μετάδοση της νόσου έχει διακοπεί εδώ και χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η σπανιότητα της λέπρας στην Ευρώπη αυξάνει τον κίνδυνο καθυστερημένης διάγνωσης, καθώς η νόσος συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση δερματικών και νευρολογικών εκδηλώσεων.
Η ετερογένεια στις πολιτικές διαχείρισης και δήλωσης των περιστατικών μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών αποτελεί πρόσθετο πρόβλημα για τη συνολική εικόνα της επιδημιολογικής επιτήρησης. Για τον λόγο αυτό, έχει τεθεί επανειλημμένα η ανάγκη για διεθνή συντονισμό και εναρμόνιση των πρακτικών. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η απουσία τεκμηριωμένης μετάδοσης στη βόρεια Ευρώπη αντανακλά πραγματική διακοπή της μετάδοσης ή αδυναμία εντοπισμού λοιμώξεων που δεν εξελίσσονται σε κλινικά εμφανή νόσο. Η ανάπτυξη αξιόπιστων και ευαίσθητων εργαλείων για την ανίχνευση της πρώιμης λοίμωξης εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για την κατανόηση της επιδημιολογίας της λέπρας στον ευρωπαϊκό χώρο.
Φωτογραφία άρθρου Shutterstock