Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η μετφορμίνη μπορεί να συμβάλει στη ρύθμιση των ορμονών και στη μείωση του κινδύνου ορισμένων μορφών καρκίνου
Η μετφορμίνη αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα φάρμακα για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε άτομα με διαβήτη τύπου 2. Δρα μειώνοντας την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ και αυξάνοντας τη χρήση της από τα κύτταρα για ενέργεια. Σε αντίθεση με την ινσουλίνη, η οποία ενδέχεται να προκαλέσει αύξηση βάρους, η μετφορμίνη συνήθως δεν έχει αυτό το αποτέλεσμα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συμβάλλει και σε μικρή απώλεια κιλών. Επιπλέον, διατίθεται σε μορφή χαπιού, γεγονός που την καθιστά πιο εύκολη στη χρήση σε σύγκριση με τα ενέσιμα σκευάσματα ινσουλίνης ή GLP-1.
Όπως κάθε φάρμακο, έτσι και η μετφορμίνη μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλες φαρμακευτικές αγωγές. Οι γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά ή θεραπεία με οιστρογόνα καλό είναι να συμβουλεύονται τον γιατρό τους, καθώς τα ορμονικά φάρμακα ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της μετφορμίνης. Αν παρουσιαστούν συμπτώματα υπεργλυκαιμίας, όπως έντονη δίψα ή συχνή ούρηση, μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Παράλληλα, η μετφορμίνη έχει δείξει ευεργετικές ιδιότητες σε γυναίκες με ορμονοεξαρτώμενες παθήσεις.
Το οιστρογόνο παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του αναπαραγωγικού συστήματος, στη διατήρηση υγιών επιπέδων χοληστερόλης και σακχάρου και στη λειτουργία του εγκεφάλου. Ωστόσο, σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο Καρκίνου, η μακροχρόνια έκθεση σε υψηλά επίπεδα οιστρογόνου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, ιδιαίτερα σε γυναίκες που λαμβάνουν ορμονική θεραπεία.
Μια μελέτη του 2020 που δημοσιεύθηκε στο Journal of the National Cancer Institute εξέτασε εάν η μετφορμίνη μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα οιστρογόνων και, κατά συνέπεια, τον κίνδυνο εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων. Στη μελέτη συμμετείχαν μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με καρκίνο του μαστού που δεν σχετιζόταν με οιστρογονικούς υποδοχείς. Οι συμμετέχουσες έλαβαν τυχαία είτε μετφορμίνη είτε εικονικό φάρμακο για έξι μήνες.
Οι γυναίκες που έλαβαν μετφορμίνη εμφάνισαν σημαντική μείωση στα επίπεδα οιστραδιόλης, της ισχυρότερης μορφής οιστρογόνου στο σώμα. Παρότι το αποτέλεσμα αυτό δεν επηρέασε άμεσα την πορεία του συγκεκριμένου τύπου καρκίνου, οι ερευνητές θεωρούν ότι η μετφορμίνη θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο ανάπτυξης ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων, όπως ο καρκίνος του μαστού με θετικούς υποδοχείς οιστρογόνων ή ο καρκίνος του ενδομητρίου. Με τη μείωση των κυκλοφορούντων οιστρογόνων, το φάρμακο φαίνεται να προσφέρει ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας.
Η μετφορμίνη έχει επίσης αποδειχθεί χρήσιμη στη διαχείριση ορμονικών διαταραχών όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS). Οι γυναίκες με PCOS παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα ανδρογόνων, που συχνά προκαλούν συμπτώματα όπως ακανόνιστη περίοδο, υπερτρίχωση, ακμή και αύξηση βάρους. Η θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει συνήθως αντισυλληπτικά χάπια για τη ρύθμιση των ορμονών, ωστόσο η προσθήκη μετφορμίνης έχει δείξει πρόσθετα οφέλη.
Μια μελέτη του 2011 στο Fertility and Sterility έδειξε ότι η συνδυαστική χορήγηση μετφορμίνης και αντισυλληπτικών σε υπέρβαρες και παχύσαρκες γυναίκες με PCOS οδήγησε σε βελτίωση της αγγειακής λειτουργίας, μείωση των επιπέδων ανδρογόνων και μικρή αλλά στατιστικά σημαντική απώλεια βάρους. Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι η μετφορμίνη, εκτός από τον ρόλο της στον έλεγχο του σακχάρου, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ορμονικής ισορροπίας και της συνολικής υγείας των γυναικών.