Η διακοπή του καπνίσματος μειώνει σταδιακά τον κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, όμως η επιστροφή στα επίπεδα ενός ανθρώπου που δεν έχει καπνίσει ποτέ μπορεί να χρειαστεί πολλές δεκαετίες. Αυτό προκύπτει από μία από τις μακρύτερες παρατηρήσεις που έχουν εξετάσει συγκεκριμένα τη σχέση ανάμεσα στη συσσωρευμένη έκθεση στον καπνό, τη διακοπή του καπνίσματος και τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Η μελέτη παρακολούθησε περισσότερους από 10.000 ανθρώπους για διάμεσο χρονικό διάστημα 28,6 ετών, καταγράφοντας 890 περιστατικά αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Το ενδιαφέρον της έρευνας βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν εξετάστηκε μόνο αν κάποιος κάπνιζε ή όχι. Οι ερευνητές υπολόγισαν και τη συνολική έκθεση στο κάπνισμα, αλλά και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τη στιγμή που ένας πρώην καπνιστής σταμάτησε. Με αυτόν τον τρόπο έγινε δυνατό να αποτυπωθεί η διαφορά ανάμεσα στην τρέχουσα χρήση, στο παλαιότερο κάπνισμα και στη μακροχρόνια αποχή. Τα δεδομένα προέρχονταν από πληθυσμιακή μελέτη που ξεκίνησε το 1976 και περιλάμβανε επαναλαμβανόμενες εξετάσεις ανά περίπου μία δεκαετία, ενώ η συγκεκριμένη ανάλυση βασίστηκε σε συμμετέχοντες που εξετάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και παρακολουθήθηκαν μέχρι τον θάνατό τους ή μέχρι το τέλος του 2021.
Οι άνθρωποι που κάπνιζαν τη στιγμή της αρχικής αξιολόγησης είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σε σύγκριση με όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν 1,88, ενώ για τους πρώην καπνιστές έφτανε στο 1,34. Η σχέση παρέμεινε ουσιαστικά ίδια ακόμη και όταν οι αναλύσεις έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η καρδιαγγειακή νόσος, ο διαβήτης και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Η μελέτη κατέγραψε επίσης σαφή σχέση ανάμεσα στην ποσότητα του καπνίσματος και στον κίνδυνο. Η έκθεση υπολογίστηκε σε πακέτα ανά έτος, ένας δείκτης που συνδυάζει τον αριθμό των τσιγάρων και τα χρόνια καπνίσματος. Όσο αυξανόταν η συσσωρευμένη έκθεση, αυξανόταν και ο κίνδυνος αιφνίδιου καρδιακού θανάτου. Στην ομάδα με έκθεση από 26 έως 40 πακέτα ανά έτος, ο σχετικός κίνδυνος έφτανε το 2,41, ενώ στην υψηλότερη κατηγορία, από 40 έως 159 πακέτα ανά έτος, έφτανε το 2,50 σε σχέση με όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Η αύξηση αυτή ήταν πιο έντονη μέχρι ένα επίπεδο μέτριας έως υψηλής έκθεσης και στη συνέχεια παρουσίαζε μικρότερη επιπλέον μεταβολή.
Η ανάλυση έδειξε ότι δεν έχει σημασία μόνο η συνολική ποσότητα καπνού αλλά και η διάρκεια και η ένταση του καπνίσματος. Για κάθε επιπλέον αύξηση κατά 10 τσιγάρα την ημέρα, ο κίνδυνος αιφνίδιου καρδιακού θανάτου αυξανόταν κατά περίπου 16%, ενώ κάθε επιπλέον δεκαετία καπνίσματος συνδεόταν με αύξηση του κινδύνου κατά περίπου 10%. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν γιατί η έκθεση στον καπνό δεν αποτυπώνεται επαρκώς μόνο με την κατηγορία «καπνιστής» ή «μη καπνιστής», καθώς το ιστορικό πολλών ετών μπορεί να διαμορφώνει διαφορετικό επίπεδο καρδιαγγειακού κινδύνου.
Η διακοπή μειώνει τον κίνδυνο, αλλά η αποκατάσταση είναι αργή
Το σημαντικότερο εύρημα για τους πρώην καπνιστές αφορούσε την πορεία του κινδύνου μετά τη διακοπή. Ο κίνδυνος μειωνόταν όσο περνούσαν τα χρόνια χωρίς κάπνισμα, όμως η μείωση δεν ήταν άμεση. Στα πρώτα 6 χρόνια μετά τη διακοπή, ο σχετικός κίνδυνος αιφνίδιου καρδιακού θανάτου ήταν 2,08 σε σύγκριση με όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που είχαν σταματήσει το κάπνισμα 15 έως 26 χρόνια νωρίτερα, ο κίνδυνος παρέμενε αυξημένος, με σχετικό κίνδυνο 1,40. Η εικόνα άλλαζε ουσιαστικά στην ομάδα με 26 έως 67 χρόνια αποχής, όπου ο κίνδυνος έφτανε το 1,02 και δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά από εκείνον των ανθρώπων που δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Τα στοιχεία για τη συνολική θνησιμότητα ακολουθούσαν την ίδια κατεύθυνση. Μετά από 20 χρόνια παρακολούθησης, η αθροιστική θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία ήταν 25,5% στους ενεργούς καπνιστές, 20,4% στους πρώην καπνιστές και 17,4% σε όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Όταν εξετάστηκαν ειδικά οι καρδιακοί θάνατοι, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 7,7%, 6,3% και 5,2%. Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος αντιστοιχούσε σε 3,8% στους ενεργούς καπνιστές, 3,2% στους πρώην καπνιστές και 2,4% σε όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ορισμένοι συνηθισμένοι καρδιαγγειακοί δείκτες δεν παρουσίαζαν πλέον σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους πρώην καπνιστές και σε όσους δεν είχαν καπνίσει ποτέ. Στις αναλύσεις δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων σε δείκτες όπως η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη και ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας. Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος αιφνίδιου καρδιακού θανάτου παρέμενε αυξημένος για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή. Η ερευνητική ομάδα εξετάζει ως πιθανή εξήγηση την παραμονή αλλαγών που προκαλούνται από τη χρόνια έκθεση στον καπνό, όπως δομικές και ηλεκτροφυσιολογικές μεταβολές στην καρδιά, φλεγμονώδεις διεργασίες, αγγειακές βλάβες και μεταβολές που μπορούν να ευνοήσουν σοβαρές αρρυθμίες. Πρόκειται για πιθανές βιολογικές εξηγήσεις και όχι για μηχανισμούς που αποδεικνύονται οριστικά από τη συγκεκριμένη παρατηρητική μελέτη.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports.