Η Ενδοκρινολογική Εταιρεία αξιολόγησε κριτικά το νέο πλαίσιο ταξινόμησης της παχυσαρκίας που πρότεινε η Lancet
Για δεκαετίες, ο ορισμός της παχυσαρκίας στηριζόταν σε έναν μόνο αριθμό, τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), που ορίζεται ως βάρος διαιρεμένο με το τετράγωνο του ύψους. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει παχυσαρκία σε ΔΜΣ 30 ή πάνω, μια μέτρηση που έχει το πλεονέκτημα της απλότητας και της αναπαραγωγιμότητας αλλά κρύβει σημαντικές αδυναμίες. Δεν διακρίνει τη μυϊκή μάζα από τη λιπώδη, δεν εντοπίζει πού κατανέμεται το λίπος στο σώμα και δεν προβλέπει άμεσα τη δυσλειτουργία οργάνων. Αποτέλεσμα: Ένας αθλητής με αυξημένη μυϊκή μάζα μπορεί να ταξινομηθεί ως παχύσαρκος, ενώ ένα άτομο με επικίνδυνη κοιλιακή παχυσαρκία να φαίνεται φυσιολογικό.
Για να αντιμετωπίσει αυτές τις ατέλειες, η Επιτροπή Lancet Diabetes & Endocrinology πρότεινε ένα νέο πλαίσιο που διακρίνει δύο κατηγορίες. Η κλινική παχυσαρκία ορίζεται με βάση τον ΔΜΣ, επιπλέον ανθρωπομετρικά στοιχεία και τεκμηριωμένη δυσλειτουργία οργάνων ή λειτουργικό περιορισμό. Η προκλινική παχυσαρκία αφορά περίσσεια λιπώδους ιστού χωρίς εμφανή δυσλειτουργία. Η Ενδοκρινολογική Εταιρεία δημοσίευσε στο The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism μια ενδελεχή αξιολόγηση αυτού του πλαισίου, αναγνωρίζοντας τα οφέλη του αλλά θέτοντας σοβαρά ερωτήματα για τις πρακτικές συνέπειές του.
Το νέο πλαίσιο έχει πραγματικά πλεονεκτήματα. Τα άτομα που ταξινομούνται με κλινική παχυσαρκία σύμφωνα με τα νέα κριτήρια εμφανίζουν εξαπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και 2,7 φορές υψηλότερο κίνδυνο πρόωρης θνησιμότητας σε σύγκριση με μη παχύσαρκα άτομα χωρίς δυσλειτουργία. Σημαντικό εύρημα είναι επίσης ότι ακόμα και χωρίς παχυσαρκία, η παρουσία δυσλειτουργίας οργάνων αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο διαβήτη, καρδιαγγειακής νόσου και θανάτου, κάτι που σημαίνει ότι η δυσλειτουργία από μόνη της φέρει ισχυρή προγνωστική σημασία ανεξάρτητα από το βάρος.
Ωστόσο, η Ενδοκρινολογική Εταιρεία εντοπίζει ένα κρίσιμο πρακτικό πρόβλημα. Η προκλινική παχυσαρκία μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως κατηγορία χαμηλότερης κλινικής επείγουσας ανάγκης, περιορίζοντας την πρόσβαση σε θεραπεία παρά τον αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής νόσου. Σε συστήματα διαχείρισης υγειονομικής φροντίδας, η απουσία πιστοποιημένης δυσλειτουργίας λειτουργεί συχνά ως εμπόδιο στη θεραπεία, ακόμα και για ασθενείς υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, η απαίτηση τεκμηρίωσης δυσλειτουργίας προϋποθέτει διαγνωστικές δυνατότητες που δεν είναι διαθέσιμες σε πολλά πρωτοβάθμια συστήματα υγειονομικής φροντίδας, γεγονός που μπορεί να διευρύνει τις υπάρχουσες ανισότητες ανάλογα με τους πόρους που διαθέτει κάθε σύστημα.
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του νέου πλαισίου είναι η ρητή εξαίρεση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 ως απόδειξη κλινικής παχυσαρκίας. Η Ενδοκρινολογική Εταιρεία διαφωνεί έντονα, επικαλούμενη την ισχυρή συσχέτιση διαβήτη και παχυσαρκίας τόσο σε επίπεδο επιπολασμού όσο και σε επίπεδο μηχανισμών δράσης, και επισημαίνοντας ότι αυτή η εξαίρεση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την πρόσβαση ασθενών σε θεραπεία.
Άλλα μοντέλα ταξινόμησης, όπως το σύστημα EOSS της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Μελέτης της Παχυσαρκίας και το μοντέλο ABCD της Αμερικανικής Ένωσης Κλινικής Ενδοκρινολογίας, ιεραρχούν τη σοβαρότητα της λιπώδους ιστοπλασίας και τις κλινικές εκβάσεις χωρίς να απαιτούν αυστηρή αιτιακή απόδοση κάθε συνοδού νόσου στην παχυσαρκία, ενώ ορισμένα ενσωματώνουν και τη λειτουργική κατάσταση και την ψυχική υγεία. Η Ενδοκρινολογική Εταιρεία καταλήγει συστήνοντας την ανάπτυξη διαγνωστικών πρωτοκόλλων που απαιτούν ελάχιστα δεδομένα, τυποποιημένων μεθόδων ανθρωπομετρίας και εναρμόνιση των συστημάτων σταδιοποίησης, υπογραμμίζοντας ότι η οικονομική προσιτότητα και όχι οι ορισμοί επιλεξιμότητας αποτελεί τον κύριο φραγμό στη θεραπεία, καθώς πάνω από 99,7% των επιλέξιμων ενηλίκων παγκοσμίως αδυνατούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε θεραπεία λόγω οικονομικών εμποδίων.