Νέα έρευνα αποκαλύπτει ότι πρόσθετα που θεωρούνταν μη αφομοιώσιμα μπορούν τελικά να διασπαστούν, με τη βοήθεια της διατροφής μας.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας έδειξαν ότι τα πυκνωτικά μέσα με βάση την κυτταρίνη, που χρησιμοποιούνται ευρέως σε τρόφιμα και προϊόντα προσωπικής φροντίδας, μπορούν να αφομοιωθούν από τα βακτήρια του εντέρου μας. Η ανακάλυψη αυτή έρχεται να ανατρέψει την επικρατούσα άποψη ότι οι τεχνητές μορφές κυτταρίνης περνούν αμετάβλητες από το πεπτικό μας σύστημα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θάνατος τουρίστα από κακοψημένο κοτόπουλο σε εστιατόριο ξενοδοχείου πολυτελείας
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Προσοχή – ΕΦΕΤ: Αυτή είναι η κονσέρβα ψαριού που ανακαλείται λόγω υψηλής συγκέντρωσης ισταμίνης – Ποιοι κινδυνεύουν
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Bacteriology, έδειξε ότι η πέψη αυτών των ενώσεων καθίσταται δυνατή χάρη σε ένζυμα που ενεργοποιούνται όταν τα βακτήρια εκτεθούν σε φυσικούς πολυσακχαρίτες, τις μεγάλες αλυσίδες σακχάρων που βρίσκονται σε φρούτα, λαχανικά και δημητριακά. Αυτά τα ένζυμα, αν και προορίζονται να διασπούν φυτικές ίνες, μπορούν να «δουλέψουν» και πάνω σε τεχνητά παράγωγα κυτταρίνης, όπως αυτά που συναντάμε στο κέτσαπ, στα dressings σαλάτας και στην οδοντόκρεμα.
Η ιδιαιτερότητα της δομής των παραγώγων κυτταρίνης είναι που τα καθιστά χρήσιμα ως πυκνωτικά και, σε υψηλές συγκεντρώσεις, ακόμη και ως καθαρτικά. Ωστόσο, η νέα in vitro έρευνα έδειξε ότι, όταν τα βακτήρια «προετοιμαστούν» μέσω της επαφής με φυσικούς πολυσακχαρίτες, μπορούν να τα αξιοποιήσουν ως πηγή ζάχαρης για την ανάπτυξή τους.
Ο Dr. Deepesh Panwar, κύριος συγγραφέας της μελέτης, εξηγεί ότι η ανακάλυψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή γνώση και ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω μελέτες πάνω στις χημικές και βιολογικές επιπτώσεις αυτής της διαδικασίας. Ο Dr. Χάρι Μπρούμερ προσθέτει ότι το επόμενο βήμα θα είναι η διερεύνηση αυτής της ικανότητας σε μεγαλύτερη ποικιλία μικροοργανισμών του εντέρου και η αξιολόγηση πιθανών συνεπειών για τη διατροφή.