Νέα μελέτη δείχνει ότι η πρώιμη σύνθεση του μικροβιώματος συνδέεται με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης στην σχολική ηλικία μέσω της λειτουργικής ανάπτυξης του εγκεφάλου
Μια νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications, χρησιμοποιεί προηγμένες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου και μηχανικής μάθησης για να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της σύνθεσης του μικροβιώματος του εντέρου σε νήπια (ηλικίας δύο ετών) και της εμφάνισης εσωτερικευμένων συμπτωμάτων (όπως άγχος, κατάθλιψη και απομόνωση) σε σχολική ηλικία (7,5 ετών).
Ο άξονας μικροβιώματος-εντέρου-εγκεφάλου παίζει καθοριστικό ρόλο στην ψυχολογική ανάπτυξη κατά την παιδική ηλικία. Το μικροβίωμα του εντέρου αλλάζει ραγδαία μέχρι την ηλικία των τριών ετών και τα σήματα που εκπέμπει αυτή η πρώιμη μικροβιακή σύνθεση φαίνεται να διαμορφώνουν την αρχιτεκτονική των αναπτυσσόμενων νευρωνικών κυκλωμάτων του εγκεφάλου. Αυτό, με τη σειρά του, αντικατοπτρίζεται στη μετέπειτα συμπεριφορά και τις γνωστικές επιδόσεις του παιδιού. Η μελέτη, αν και μικρή, χρησιμοποίησε δείγματα κοπράνων σε ηλικία δύο ετών και μαγνητικές τομογραφίες (fMRI) σε ηλικία έξι ετών για να εντοπίσει συνδυασμούς δικτύων στον εγκεφάλο (γνωστών ως «υπογραφές εγκεφάλου») που συσχετίζονται με τα εσωτερικευμένα συμπτώματα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ο μολυσμένος κιμάς είναι ο «ένοχος» για τους 9 θανάτους και τις δεκάδες ασθένειες σε κοινωνικές δομές
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Προσοχή! Εντοπίστηκε θανατηφόρα ουσία σε συμπληρώματα αλλά εταιρείες αρνούνται να τις ανακαλέσουν – Η λίστα με τα τοξικά προϊόντα
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αν και δεν υπήρχε άμεση σύνδεση μεταξύ του μικροβιώματος των δύο ετών και των συμπτωμάτων στα 7,5 έτη, ένα συγκεκριμένο μικροβιακό προφίλ συνδέθηκε έμμεσα με τα συμπτώματα αυτά μέσω μιας συγκεκριμένης «υπογραφής εγκεφαλικού δικτύου». Τα μικρόβια της τάξης Clostridiales και της οικογένειας Lachnospiraceae συνδέθηκαν με τα εσωτερικευμένα συμπτώματα αργότερα στην παιδική ηλικία. Ο μηχανισμός φαίνεται να μεσολαβείται από αλλαγές στη λειτουργική συνδεσιμότητα των δικτύων του εγκεφάλου που ρυθμίζουν τα συναισθήματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τις αγχώδεις διαταραχές. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η σύνθεση του μικροβιώματος στην πρώιμη ζωή αφήνει ένα διαρκές αποτύπωμα στη νευροβιολογία του παιδιού, επηρεάζοντας τον τρόπο που ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται σε στρεσογόνους παράγοντες. Η σύνδεση αυτή μπορεί να δώσει στοιχεία για την εξεύρεση βιοδεικτών ή την ανάπτυξη παρεμβάσεων στο μέλλον, αν και οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα αποτελέσματα είναι προκαταρκτικά και χρειάζονται περαιτέρω έρευνα σε μεγαλύτερα δείγματα.