Η βιταμίνη C είναι γνωστή κυρίως για τον ρόλο της στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και στην προστασία των κυττάρων από μοριακές βλάβες. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η έρευνα έχει στραφεί και σε έναν διαφορετικό ρόλο της, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι συμμετέχει σε μηχανισμούς που ρυθμίζουν τη λειτουργία των γονιδίων και μπορεί να επηρεάζει την εξέλιξη ορισμένων αιματολογικών διαταραχών. Το ενδιαφέρον είναι ιδιαίτερο σε καταστάσεις που προηγούνται της λευχαιμίας, όταν υπάρχουν ήδη ανώμαλα αιμοποιητικά κύτταρα αλλά δεν έχει ακόμη εγκατασταθεί πλήρης κακοήθεια.
Σε αυτό το στάδιο κινείται η EVITA, μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 2, στην οποία συμμετείχαν 109 άνθρωποι με κλωνική κυτταροπενία απροσδιόριστης σημασίας (CCUS) ή μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο (MDS). Οι συγκεκριμένες καταστάσεις μπορούν σε ορισμένους ασθενείς να εξελιχθούν σε οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML), ενώ σήμερα δεν υπάρχουν εγκεκριμένες θεραπείες που να αποτρέπουν την εξέλιξη της CCUS σε λευχαιμία.
Τι έδειξε η χορήγηση βιταμίνης C
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία έλαβε 1.000 mg βιταμίνης C από το στόμα καθημερινά για έναν χρόνο, ενώ η δεύτερη έλαβε εικονικό φάρμακο, ίδιο σε εμφάνιση, γεύση και οσμή. Ο σχεδιασμός ήταν διπλά τυφλός, επομένως ούτε οι συμμετέχοντες ούτε η ερευνητική ομάδα γνώριζαν ποιος λάμβανε βιταμίνη C μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες παρουσίαζαν ανεπάρκεια βιταμίνης C στην έναρξη της μελέτης, ενώ όσοι έλαβαν το συμπλήρωμα κατάφεραν να επαναφέρουν τα επίπεδα της βιταμίνης στο φυσιολογικό εύρος. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής και της περιόδου παρακολούθησης καταγράφηκαν επίσης λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα της βιταμίνης C.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα προέκυψε από μια διερευνητική ανάλυση της επιβίωσης. Οι συμμετέχοντες που έλαβαν βιταμίνη C είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να βρίσκονται εν ζωή περίπου τρία χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης σε σύγκριση με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι ερευνητές, ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι πρόκειται για διερευνητικό αποτέλεσμα και ότι απαιτείται μεγαλύτερη μελέτη φάσης 3 για να επιβεβαιωθεί.
Υπήρξε παράλληλα μια σημαντική αρνητική ένδειξη ως προς τον βασικό μηχανισμό που εξετάστηκε. Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν στατιστικά σημαντική διαφορά στον ρυθμό αύξησης των ανώμαλων αιμοποιητικών κυττάρων μεταξύ των δύο ομάδων, έναν δείκτη που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της εξέλιξης προς τη λευχαιμία. Το αποτέλεσμα αυτό σημαίνει ότι η βιταμίνη C δεν έδειξε σε αυτή τη μελέτη ότι μειώνει άμεσα το φορτίο των παθολογικών κυττάρων.
Η σχέση με τα γονίδια και τη φλεγμονή
Το βιολογικό ενδιαφέρον της βιταμίνης C στην περίπτωση αυτή συνδέεται και με την επιγενετική, δηλαδή με τους μηχανισμούς που επηρεάζουν το αν συγκεκριμένα γονίδια είναι ενεργά ή ανενεργά χωρίς να αλλάζει η αλληλουχία του DNA. Η βιταμίνη C λειτουργεί ως απαραίτητος συμπαράγοντας για ένζυμα της οικογένειας TET, μεταξύ των οποίων το TET2, ένα γονίδιο που εμπλέκεται στη ρύθμιση της ανάπτυξης των αιμοποιητικών κυττάρων και συχνά εμφανίζει μεταλλάξεις σε λευχαιμία και συναφείς διαταραχές.
Οι αναλύσεις της EVITA έδειξαν επίσης ότι η χορήγηση βιταμίνης C μετέβαλε τα επίπεδα κυτοκινών, δηλαδή μορίων που συμμετέχουν στη ρύθμιση της φλεγμονής, προς ένα προφίλ που οι ερευνητές συσχετίζουν με καλύτερα κλινικά αποτελέσματα. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι η πιθανή επίδραση της βιταμίνης δεν περιορίζεται στην άμεση καταστολή των ανώμαλων κυττάρων, αλλά μπορεί να σχετίζεται με το μικροπεριβάλλον και τις βιολογικές διεργασίες που συνοδεύουν την προλευχαιμική κατάσταση.
Η συγκεκριμένη δοκιμή έχει ιδιαίτερη σημασία και επειδή αποτελεί την πρώτη διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που αξιολόγησε από του στόματος βιταμίνη C σε ανθρώπους με προλευχαιμικές καταστάσεις ή χαμηλού κινδύνου μυελοειδείς κακοήθειες. Προγενέστερες μελέτες είχαν εξετάσει κυρίως ενδοφλέβια χορήγηση βιταμίνης C ή τη χρήση της σε συμπαγείς όγκους, ενώ η EVITA χρησιμοποίησε μια από του στόματος δόση αντίστοιχη με εκείνη που περιέχεται σε αρκετά συμπληρώματα διατροφής.
Η μελέτη δεν αποτελεί επομένως απόδειξη ότι η βιταμίνη C μπορεί να αποτρέψει τη λευχαιμία ούτε δικαιολογεί τη χρήση συμπληρωμάτων ως θεραπεία. Το εύρημα της επιβίωσης προέκυψε από διερευνητική ανάλυση και οι ίδιοι οι ερευνητές χαρακτηρίζουν τα αποτελέσματα προκαταρκτικά. Η ερευνητική ομάδα συνεχίζει ήδη την ανάλυση των δεδομένων, προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα τους μηχανισμούς που μπορεί να εξηγούν τη διαφορά στην επιβίωση και να εξετάσει αν η αποκατάσταση των φυσιολογικών επιπέδων βιταμίνης C επηρεάζει την επιγενετική λειτουργία των κυττάρων που βρίσκονται σε κίνδυνο να εξελιχθούν σε λευχαιμία.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό CANCER.