Η συζήτηση για τη σχέση των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων με την υγεία αποκτά μια πιο συγκεκριμένη διάσταση, καθώς νέα μελέτη δείχνει ότι δεν φαίνεται να συνδέονται όλα τα χαρακτηριστικά των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων με τον ίδιο τρόπο με την κατάθλιψη. Ερευνητές εξέτασαν 39 διαφορετικούς διατροφικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη έκθεση σε τρόφιμα που περιέχουν αρωματικές ύλες, χρωστικές και γλυκαντικά συνδεόταν με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης. Η ανάλυση βασίστηκε σε 171.818 συμμετέχοντες της UK Biobank, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για 10,7 χρόνια. Στο διάστημα αυτό καταγράφηκαν 5.424 νέα περιστατικά κατάθλιψης.
Η μελέτη δεν εξέτασε απλώς πόσα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα κατανάλωναν οι συμμετέχοντες. Οι ερευνητές προσπάθησαν να εξετάσουν ποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συστατικά των τροφίμων μπορεί να σχετίζονται με τον κίνδυνο, καθώς η κατηγορία των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων περιλαμβάνει προϊόντα με πολύ διαφορετική σύνθεση. Στους δείκτες που εξετάστηκαν περιλαμβάνονταν αρωματικές ύλες, χρωστικές, γλυκαντικά, ενισχυτικά γεύσης, τροποποιημένα άμυλα, τροποποιημένα έλαια, διαφορετικές μορφές σακχάρων, πρωτεϊνικές πηγές και φυτικές ίνες. Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να δώσει μια πιο λεπτομερή εικόνα για το ποια χαρακτηριστικά της υπερ-επεξεργασίας μπορεί να έχουν μεγαλύτερη σημασία για την υγεία.
Τα τρία συστατικά που ξεχώρισαν
Από τις διαφορετικές κατηγορίες που εξετάστηκαν, οι αρωματικές ύλες, οι χρωστικές και τα γλυκαντικά ήταν εκείνες που παρουσίασαν θετική και δοσοεξαρτώμενη σχέση με την εμφάνιση κατάθλιψης. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερη ήταν η εκτιμώμενη έκθεση σε τρόφιμα που περιείχαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τόσο υψηλότερος εμφανιζόταν ο κίνδυνος σε σχέση με τα χαμηλότερα επίπεδα έκθεσης. Όταν το 40% της συνολικής πρόσληψης τροφίμων αντιστοιχούσε σε τρόφιμα που εκτιμήθηκε ότι περιείχαν αρωματικές ύλες, ο κίνδυνος εμφάνισης κατάθλιψης ήταν 46% υψηλότερος σε σύγκριση με το επίπεδο πρόσληψης που συνδεόταν με τον χαμηλότερο κίνδυνο. Για τις χρωστικές, η αντίστοιχη σύγκριση μεταξύ 20% και 3% της συνολικής πρόσληψης συνδέθηκε με 49% υψηλότερο κίνδυνο, ενώ για τα γλυκαντικά η σύγκριση μεταξύ 20% και 0% συνδέθηκε με 45% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης. Οι αριθμοί αυτοί, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι οι συγκεκριμένες ουσίες προκαλούν κατάθλιψη. Η μελέτη είναι παρατηρησιακή και εξετάζει συσχετίσεις, επομένως δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επιπλέον, οι ερευνητές δεν είχαν άμεση πρόσβαση στις λίστες συστατικών όλων των τροφίμων που κατανάλωναν οι συμμετέχοντες. Η έκθεση στους συγκεκριμένους δείκτες υπολογίστηκε με βάση την πιθανότητα ένα τρόφιμο να περιέχει κάθε συστατικό, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ακρίβεια των εκτιμήσεων.
Η έρευνα εντόπισε επίσης δοσοεξαρτώμενη σχέση για τη φρουκτόζη, όταν αυτή χρησιμοποιήθηκε ως συγκεκριμένος δείκτης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων. Αντίθετα, δεν βρέθηκαν σημαντικές συσχετίσεις για τους ενισχυτές γεύσης, τα βοηθητικά μέσα επεξεργασίας, το τροποποιημένο άμυλο, τις διάφορες μορφές σακχάρων ή τα τροποποιημένα έλαια. Για τις πηγές πρωτεΐνης και τις φυτικές ίνες παρατηρήθηκε μια μικρή μη γραμμική σχέση, χωρίς όμως ένδειξη ότι η υψηλότερη πρόσληψή τους αύξανε τον κίνδυνο.
Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη σχέση
Οι ερευνητές εξετάζουν αρκετούς πιθανούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη συγκεκριμένη σχέση. Οι πιθανές επιδράσεις στη λειτουργία του εγκεφάλου και στη σηματοδότηση των νευροδιαβιβαστών αποτελούν μία από τις πιθανές εξηγήσεις, ενώ άλλες περνούν μέσα από την παχυσαρκία, τις μεταβολικές διαταραχές και τις αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου. Ειδικά για τα γλυκαντικά, προηγούμενες έρευνες έχουν επίσης εξετάσει πιθανές σχέσεις με την κατάθλιψη και τις μεταβολές στη διάθεση. Ένα ακόμη εύρημα ήταν ότι η συνολική πρόσληψη υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων παρουσίασε σχήμα U ως προς τον κίνδυνο κατάθλιψης, με το χαμηλότερο εκτιμώμενο επίπεδο κινδύνου περίπου στο 16% της συνολικής πρόσληψης τροφίμων. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι το εύρημα αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι η κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων σε συγκεκριμένη ποσότητα προστατεύει από την κατάθλιψη. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι αναδεικνύει την ανάγκη να εξεταστούν τα επιμέρους χαρακτηριστικά των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και όχι μόνο η συνολική ποσότητα που καταναλώνεται.
Ωστόσο, η διατροφική πρόσληψη βασίστηκε σε στοιχεία που δήλωσαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίδραση άλλων παραγόντων που συνδέονται τόσο με τη διατροφή όσο και με την κατάθλιψη. Δεν αποκλείεται επίσης η αντίστροφη αιτιότητα, καθώς άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ψυχολογικές δυσκολίες μπορεί να καταφεύγουν συχνότερα σε έτοιμα και εύκολα στην κατανάλωση τρόφιμα λόγω μειωμένης διάθεσης ή ενέργειας.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο European Journal of Nutrition.