Η διατροφή φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάζει ορισμένες λειτουργίες του οργανισμού που συνδέονται με την εμφάνιση και την εξέλιξη του καρκίνου. Μια νέα επιστημονική ανασκόπηση εξετάζει πώς συστατικά των τροφίμων μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία των γονιδίων, τη φλεγμονή και τα μικρόβια που ζουν στο έντερό μας, χωρίς να μεταβάλλουν το ίδιο το γενετικό μας υλικό.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το νέο οστρακοειδές στον Σαρωνικό που αποκτά εμπορική αξία
Η εργασία εκπονήθηκε από ερευνητές του Τμήματος Διαιτολογίας της Σχολής Υγείας του Aegean College στην Αθήνα και δημοσιεύθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients. Πρόκειται για ανασκόπηση προηγούμενων ερευνών και όχι για νέα κλινική μελέτη. Οι συγγραφείς εξέτασαν κυρίως επιστημονικές δημοσιεύσεις της περιόδου 2015-2025 και επικαιροποίησαν την αναζήτησή τους έως τον Σεπτέμβριο του 2026.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τυρόπιτες στην Ελλάδα: Πότε είναι καλύτερα να τις αποφύγετε και τι πρέπει να γνωρίζουν καταναλωτές, φούρνοι και βιομηχανία
Κεντρικό θέμα της εργασίας είναι η επιγενετική. Με απλά λόγια, πρόκειται για χημικές αλλαγές που μπορούν να επηρεάζουν το πόσο ενεργό είναι ένα γονίδιο, χωρίς να αλλάζουν το ίδιο το DNA. Ένας τέτοιος μηχανισμός είναι η μεθυλίωση του DNA. Στον καρκίνο, διαταραχές αυτού του μηχανισμού μπορούν, για παράδειγμα, να «απενεργοποιήσουν» γονίδια που φυσιολογικά συμβάλλουν στον έλεγχο της ανάπτυξης των κυττάρων.
Η διατροφή ενδιαφέρει τους ερευνητές επειδή ορισμένα θρεπτικά συστατικά μπορούν να συμμετέχουν σε αυτούς τους μηχανισμούς. Η ανασκόπηση εξετάζει το φυλλικό οξύ, τις βιταμίνες Β12 και Β6, τη μεθειονίνη, τη χολίνη, τις πολυφαινόλες και τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα. Η έλλειψη φυλλικού οξέος, για παράδειγμα, έχει συνδεθεί με αλλαγές στη μεθυλίωση του DNA και με αστάθεια του γενετικού υλικού.
Περισσότερο φυλλικό οξύ, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως μεγαλύτερη προστασία. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η υπερβολική πρόσληψη μέσω συμπληρωμάτων μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να ευνοήσει την εξέλιξη βλαβών που ήδη υπάρχουν και θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε καρκίνο. Η ποσότητα, η χρονική διάρκεια της πρόσληψης και η κατάσταση της υγείας του ανθρώπου επηρεάζουν τη βιολογική δράση ενός θρεπτικού συστατικού.
Στην ανασκόπηση εξετάζονται επίσης η κουρκουμίνη του κουρκουμά, η ρεσβερατρόλη, η EGCG του πράσινου τσαγιού και η σουλφοραφάνη που σχηματίζεται από συστατικά του μπρόκολου και άλλων σταυρανθών λαχανικών. Σε εργαστηριακές μελέτες οι ουσίες αυτές έχουν επηρεάσει μηχανισμούς που ελέγχουν τη λειτουργία των γονιδίων. Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά μεταξύ εργαστηρίου και καθημερινής διατροφής.
Οι ποσότητες που χρησιμοποιούνται σε πολλά πειράματα μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που λαμβάνει ένας άνθρωπος τρώγοντας κανονικές μερίδες τροφίμων. Επιπλέον, η ποσότητα που τελικά αξιοποιεί ο οργανισμός επηρεάζεται από την πέψη, τον μεταβολισμό, το μαγείρεμα και άλλους παράγοντες. Επομένως, το γεγονός ότι μια ουσία εμφανίζει αντικαρκινική δράση στο εργαστήριο δεν σημαίνει ότι το τρόφιμο που την περιέχει μπορεί να προλάβει τον καρκίνο.
Σημαντικό ρόλο στην έρευνα έχει και το μικροβίωμα του εντέρου, δηλαδή τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό μας σύστημα. Ορισμένα βακτήρια χρησιμοποιούν τις φυτικές ίνες που καταναλώνουμε και παράγουν ουσίες όπως το βουτυρικό οξύ. Αυτές οι ουσίες μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας ορισμένων γονιδίων και έχουν παρουσιάσει ενδιαφέρουσες δράσεις σε εργαστηριακά μοντέλα, ιδιαίτερα σε σχέση με τον καρκίνο του παχέος εντέρου.
Τα στοιχεία αποκτούν μεγαλύτερο πρακτικό ενδιαφέρον όταν εξετάζεται η συνολική διατροφή. Η μεσογειακή διατροφή, με λαχανικά, φρούτα, όσπρια, προϊόντα ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς, ελαιόλαδο και ψάρια και μικρότερη κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, έχει συσχετιστεί σε μελέτες σε ανθρώπους με αλλαγές στη λειτουργία γονιδίων που εμπλέκονται στη φλεγμονή, στην προστασία των κυττάρων από βλάβες και σε διαδικασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη όγκων.
Από την άλλη πλευρά, μια διατροφή με πολύ κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας, υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα, ζάχαρη, ζαχαρούχα ποτά, κορεσμένα λιπαρά και λίγες φυτικές ίνες έχει συσχετιστεί με αλλαγές στο μικροβίωμα και με μεγαλύτερη φλεγμονώδη δραστηριότητα στον οργανισμό. Η ερμηνεία αυτών των ευρημάτων χρειάζεται προσοχή, επειδή το σωματικό βάρος, το κάπνισμα και η σωματική δραστηριότητα μπορούν επίσης να επηρεάζουν τα αποτελέσματα.
Οι μελέτες σε ανθρώπους δείχνουν ότι αλλαγές στη διατροφή μπορούν να επηρεάσουν ορισμένους από αυτούς τους βιολογικούς δείκτες. Δεν έχει αποδειχθεί, όμως, ότι μια συγκεκριμένη αλλαγή στη λειτουργία των γονιδίων οδηγεί από μόνη της σε μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου. Τα αποτελέσματα διαφέρουν μεταξύ μελετών, ενώ λείπουν μεγάλες και μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές που να εξετάζουν ως τελικό αποτέλεσμα την εμφάνιση καρκίνου.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η σύνδεση διατροφής, μικροβιώματος και λειτουργίας των γονιδίων αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη κατεύθυνση έρευνας για την πρόληψη του καρκίνου. Τα σημερινά δεδομένα, ωστόσο, δεν επιτρέπουν ακόμη τη δημιουργία εξατομικευμένων «αντικαρκινικών» διαιτολογίων με βάση γενετικές ή επιγενετικές εξετάσεις. Απαιτούνται μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες ώστε να αποδειχθεί εάν οι μοριακές αλλαγές που παρατηρούνται μεταφράζονται πράγματι σε λιγότερα περιστατικά καρκίνου.χαιοποιημένες μελέτες.
Αναφορά: Risvas, Grigoris, and Stavros P. Derdas. 2026. “Nutrigenomics and Epigenetic Regulation in Cancer Prevention: Molecular Mechanisms, Dietary Bioactives, and Translational Perspectives” Nutrients 18, no. 18: 3101. https://doi.org/10.3390/nu18183101
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ