Νέα επιστημονική μελέτη εξετάζει πώς η κατανάλωση αυγών από τις εγκύους επηρεάζει την έναρξη και τη διάρκεια του θηλασμού
Μια νέα αμερικανική μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Buffalo, δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Nutrients, εξετάζει έναν παράγοντα της εγκυμοσύνης που συνήθως περνά απαρατήρητος: την κατανάλωση αυγών από τις μέλλουσες μητέρες. Η έρευνα, που αξιοποίησε δεδομένα από περισσότερες από χίλιες μητέρες στις ΗΠΑ, δείχνει ότι η συχνότερη κατανάλωση αυγών στην εγκυμοσύνη συνδέεται σταθερά με καλύτερα ποσοστά έναρξης θηλασμού, μεγαλύτερη συνολική διάρκεια θηλασμού και παρατεταμένη αποκλειστική σίτιση με μητρικό γάλα.
Όπως καταγράφεται στα ευρήματα, οι γυναίκες που κατανάλωναν αυγά τρεις ή περισσότερες φορές την εβδομάδα είχαν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να ξεκινήσουν τον θηλασμό και κατά μέσο όρο περισσότερες εβδομάδες θηλασμού μετά τον τοκετό. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και για όσες κατανάλωναν ολόκληρα αυγά ή αυγά μαγειρεμένα με λίπος, σε αντίθεση με τα ασπράδια, τα υποκατάστατα αυγών ή τις σαλάτες αυγών που δεν εμφάνισαν συσχέτιση.
Συνοπτικά:
Οι μητέρες που έτρωγαν αυγά 3 ή περισσότερες φορές την εβδομάδα είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα να ξεκινήσουν θηλασμό: 93,8% έναντι 81,1% σε όσες δεν κατανάλωναν αυγά. Παρόμοια θετική σχέση βρέθηκε και όταν η κατανάλωση αφορούσε:
- Ολόκληρα αυγά 2+ φορές/εβδομάδα: 91,5% έναντι 83,4%
- Αυγά με λίπος 2+ φορές/εβδομάδα: 91,4% έναντι 86,8%
Σε σχέση με τις μη καταναλώτριες, οι μητέρες που κατανάλωναν ολόκληρα αυγά:
- 1+ φορές την εβδομάδα είχαν περίπου 3 επιπλέον εβδομάδες αποκλειστικού θηλασμού.
- 1+ φορές τον μήνα θήλασαν συνολικά περίπου 5 εβδομάδες περισσότερο.
Οι ερευνητές εξηγούν ότι τα αυγά αποτελούν ιδιαίτερα πυκνή πηγή θρεπτικών συστατικών, όπως πρωτεΐνες, βιταμίνες και χολίνη, στοιχεία που μπορεί να υποστηρίζουν τόσο την παραγωγή γάλακτος όσο και τη συνολική υγεία της μητέρας. Η μελέτη σημειώνει ότι προηγούμενα δεδομένα για τον ρόλο των αυγών στον θηλασμό προέρχονταν κυρίως από χώρες της Ασίας, όπου οι διατροφικές συνήθειες είναι διαφορετικές. Με το νέο αυτό δείγμα, οι επιστήμονες επιχειρούν να καλύψουν το κενό γνώσης σε δυτικά πληθυσμιακά δεδομένα και να διερευνήσουν πώς ακριβώς η συνολική ποσότητα, η συχνότητα και ο τρόπος μαγειρέματος των αυγών μπορεί να επηρεάσουν τη γαλουχία.
Η ανάλυση βασίστηκε σε μια μεγάλη, μακροχρόνια βάση δεδομένων της FDA και των CDC, που παρακολουθεί μητέρες και βρέφη από την εγκυμοσύνη έως και την ηλικία των έξι ετών. Μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο και ο δείκτης μάζας σώματος, η συσχέτιση μεταξύ κατανάλωσης αυγών και καλύτερων ποσοστών θηλασμού παρέμεινε σημαντική. Η μελέτη πάντως δεν ισχυρίζεται ότι τα αυγά «προκαλούν» αύξηση στον θηλασμό, αλλά ότι η συσχέτιση είναι αρκετά ισχυρή ώστε να εγείρει το ενδιαφέρον για περαιτέρω έρευνα. Οι συγγραφείς προτείνουν να διερευνηθούν στο μέλλον οι βιολογικοί μηχανισμοί πίσω από τη σχέση αυτή, αλλά και το πώς η συνολική ποιότητα της διατροφής πριν και μετά τον τοκετό μπορεί να υποστηρίξει πιο αποτελεσματικά τον θηλασμό — ένα ζήτημα με σαφή οφέλη για τη δημόσια υγεία.