Τυχαιοποιημένη δοκιμή συνέκρινε τις επιπτώσεις υπερ-επεξεργασμένων και ελάχιστα επεξεργασμένων τροφίμων στην υγεία ενηλίκων με παχυσαρκία ή υπερβολικό βάρος
Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine, ερευνητές παρουσίασαν τα αποτελέσματα μιας τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης δοκιμής (RCT), όπου εξετάστηκαν οι επιπτώσεις της διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (UPF) και αυτής με ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα (MPF) σε ενήλικες με υπερβολικό βάρος ή παχυσαρκία.
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν τα κλασικά πρόχειρα φαγητά, αλλά αναδιατυπωμένες εκδοχές τους σύμφωνα με τις επίσημες διατροφικές οδηγίες του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν και και οι δύο δίαιτες οδήγησαν σε απώλεια βάρους, η δίαιτα MPF ήταν πιο αποτελεσματική, προκαλώντας μεγαλύτερη μείωση σωματικού λίπους και σπλαχνικού λίπους, καθώς και βελτιώσεις στην όρεξη και τον έλεγχο της διατροφής.
Παράλληλα, η δίαιτα UPF παρουσίασε ενδιαφέροντα αλλά μικτά μεταβολικά αποτελέσματα. Ειδικότερα, οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση της LDL-χοληστερόλης, αν και συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα κόπωσης και δυσκοιλιότητας. Η ενεργειακή πρόσληψη μειώθηκε και στις δύο περιπτώσεις, με τη MPF να προκαλεί μεγαλύτερη μείωση στις θερμίδες.
Η μελέτη, που πραγματοποιήθηκε σε 55 ενήλικες από τη Νοτιοανατολική Αγγλία, είχε σχεδιαστεί ώστε να αντικατοπτρίζει ρεαλιστικά διατροφικά πρότυπα. Οι συμμετέχοντες κατανάλωναν μόνο τα γεύματα που τους παρέχονταν και δεν επιτρεπόταν να προσθέτουν ή να αντικαθιστούν τροφές. Όλα τα γεύματα UPF παραδίδονταν στην αρχική τους συσκευασία, ώστε να διατηρείται η έκθεση στο branding.
Η δίαιτα MPF συσχετίστηκε με μεγαλύτερη απώλεια βάρους (2,06%) σε σχέση με την UPF (1,05%), καθώς και με πιο έντονες μεταβολές σε δείκτες υγείας, όπως ΔΜΣ, ποσοστό σωματικού λίπους και σπλαχνικό λίπος. Οι δείκτες αρτηριακής πίεσης και λιπιδίων βελτιώθηκαν περισσότερο με τη δίαιτα MPF, αν και μόνο τα τριγλυκερίδια παρουσίασαν στατιστικά σημαντική διαφορά υπέρ της.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το φαινόμενο «επίδρασης της σειράς», όπου όσοι ακολούθησαν τη διατροφή MPF στη δεύτερη φάση της μελέτης εμφάνισαν μικρότερη συμμόρφωση (78,5%) σε σχέση με όσους την ξεκίνησαν πρώτοι (91,8%), φανερώνοντας τη δυσκολία στην τήρηση μιας διατροφής βασισμένης σε ολόκληρα, ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η μελέτη, αν και είχε περιορισμούς, όπως η αποκλειστικότητα σε συμμετέχοντες χωρίς διατροφικούς περιορισμούς (vegan, halal, kosher κ.λπ.) και η απουσία προηγμένων μετρήσεων σωματικής σύνθεσης, ενισχύει την ανάγκη αναθεώρησης των διατροφικών οδηγιών ώστε να συμπεριληφθεί ο βαθμός επεξεργασίας των τροφίμων ως κρίσιμος παράγοντας.
