Οι ειδικοί συνεχίζουν να εξετάζουν τα υπέρ και τα κατά των γλυκαντικών χωρίς ζάχαρη
Η υπερβολική κατανάλωση προστιθέμενης ζάχαρης έχει συνδεθεί με πλήθος προβλημάτων υγείας, όπως η παχυσαρκία, οι καρδιακές παθήσεις, ο διαβήτης τύπου 2 και οι χρόνιες φλεγμονές. Η μετάβαση από τη ζάχαρη σε τεχνητά ή φυτικά γλυκαντικά είναι μια συνήθης επιλογή, ωστόσο δεν είναι πάντα απαλλαγμένη από κινδύνους.
Ορισμένα τεχνητά γλυκαντικά έχουν κατά καιρούς εγείρει ανησυχίες για την ασφάλειά τους. Η σακχαρίνη, για παράδειγμα, έφερε προειδοποιητική ετικέτα για πιθανή καρκινογένεση, παρότι σήμερα θεωρείται ασφαλής από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ. Η σουκραλόζη είναι επίσης εγκεκριμένη, όμως μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να επηρεάζει αρνητικά την εντερική υγεία. Η ασπαρτάμη, ένα άλλο ευρέως διαδεδομένο γλυκαντικό, έχει ταξινομηθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο ως «πιθανώς καρκινογόνα για τον άνθρωπο», στη βάση περιορισμένων διαθέσιμων ερευνητικών δεδομένων.
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η στέβια παρουσιάζει ένα διαφορετικό προφίλ. Πέρα από το γεγονός ότι δεν επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, περιέχει φλαβονοειδή και φαινολικές ενώσεις με αντιοξειδωτικές και αντικαρκινικές ιδιότητες.
Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε φέτος στο International Journal of Molecular Sciences ανέδειξε μια νέα προσέγγιση στη χρήση της στέβιας. Οι ερευνητές εξήγαγαν υγρό εκχύλισμα από φύλλα στέβιας και το υπέβαλαν σε ζύμωση με βακτήρια Lactobacillus plantarum, που προέρχονταν από φύλλα μπανάνας. Η διαδικασία διήρκεσε 72 ώρες. Κατά τη διάρκεια της ζύμωσης, παρήχθη μια ένωση με την ονομασία μεθυλεστέρας χλωρογενικού οξέος (CAME), η οποία φάνηκε να αναστέλλει την ανάπτυξη και την εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων του παγκρέατος, χωρίς να επηρεάζει τα υγιή κύτταρα. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι πρόκειται για πειραματικό στάδιο και όχι για θεραπευτική χρήση, όμως τα ευρήματα δείχνουν προοπτική για περαιτέρω έρευνα.
Πέρα από την ενδεχόμενη αντικαρκινική δράση της, η στέβια έχει βρεθεί να συμβάλλει θετικά και στη ρύθμιση του μεταβολισμού. Ανασκόπηση στο περιοδικό EXCLI Journal ανέδειξε τον ρόλο της στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στην υποστήριξη της λειτουργίας του παγκρέατος. Επιπλέον, ορισμένες ενώσεις της έχουν φανεί αποτελεσματικές στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και στην αναστολή επιβλαβών μικροοργανισμών, όπως ο σταφυλόκοκκος και το E. coli. Η αντιφλεγμονώδης της δράση θεωρείται επίσης ενισχυτική σε περιπτώσεις χρόνιων νοσημάτων.
Παρά τα παραπάνω, οι διουρητικές ιδιότητες της στέβιας ενδέχεται να επιβαρύνουν τα νεφρά, ιδίως σε άτομα με ευαισθησία. Επιπλέον, ορισμένα προϊόντα στέβιας που συνδυάζονται με αλκοόλες σακχάρου, όπως η ερυθριτόλη, μπορεί να προκαλέσουν πεπτικά προβλήματα, όπως φούσκωμα ή διάρροια, ειδικά όταν καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες. Σε ό,τι αφορά τη χρήση της για απώλεια βάρους, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας σημειώνει ότι τα γλυκαντικά χωρίς θερμίδες δεν αποτελούν μακροπρόθεσμα αποτελεσματική στρατηγική. Πρόσφατη ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι η τακτική χρήση τέτοιων γλυκαντικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μεταβολικών προβλημάτων, καρδιοπάθειας και πρόωρου θανάτου. Αντί της αντικατάστασης της ζάχαρης με υποκατάστατα, οι ειδικοί προτείνουν τη συνολική μείωση της κατανάλωσης γλυκών, προτιμώντας μικρές ποσότητες φυσικών σακχάρων από τρόφιμα όπως τα φρούτα.