Καθηγητής προειδοποιεί ότι οι διεθνείς οδηγίες για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων αγνοούν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανισότητες
Η καρδιαγγειακή νόσος συνεχίζει να αποτελεί τη βασική αιτία θανάτου σε παγκόσμιο επίπεδο, πλήττοντας κυρίως τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου καταγράφεται το 80% των συνολικών θανάτων. Παρ’ όλα αυτά, οι παγκόσμιες κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη και αντιμετώπιση της καρδιαγγειακής νόσου παραμένουν διαμορφωμένες με βάση έρευνες από χώρες υψηλού εισοδήματος. Αυτό το χάσμα αναδεικνύει ο καθηγητής Scott Lear, κορυφαίος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser του Καναδά.

Σε νέα του ανασκόπηση, βασισμένη σε στοιχεία της μεγάλης πολυετούς μελέτης PURE (Prospective Urban Rural Epidemiology), ο Lear επισημαίνει ότι οι επικρατούσες συστάσεις, όπως η καθημερινή κατανάλωση πέντε μερίδων φρούτων και λαχανικών ή τα 75 λεπτά άσκησης την εβδομάδα, δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές, πολιτισμικές και περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Η μελέτη PURE, με περισσότερους από 212.000 συμμετέχοντες σε 28 χώρες και πέντε ηπείρους, αποκαλύπτει πόσο έντονα επηρεάζει η κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα την καρδιομεταβολική υγεία. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες προέρχονται από χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, γεγονός που προσδίδει στη μελέτη μοναδική αξία για την κατανόηση των παγκόσμιων ανισοτήτων στην πρόληψη. Ο Lear εξηγεί πως το να προτείνεται περπάτημα για την υγεία στην καθαρή, ασφαλή γειτονιά του Βανκούβερ δεν ισοδυναμεί με τη μετακίνηση σε μια πόλη όπως το Νέο Δελχί, όπου η ρύπανση και η έλλειψη δημόσιων υποδομών καθιστούν την καθημερινότητα ιδιαίτερα επιβαρυντική.
Παράλληλα, η σωματική δραστηριότητα στις χώρες χαμηλού εισοδήματος σχετίζεται περισσότερο με εργασία και μεταφορές παρά με ελεύθερο χρόνο, με αποτέλεσμα να υποεκτιμάται η καθημερινή φυσική καταπόνηση των ανθρώπων. Οι συμμετέχοντες από τις πλουσιότερες χώρες ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα άσκησης ελεύθερου χρόνου, αν και περνούσαν μεγαλύτερο μέρος της ημέρας καθισμένοι.
Παρότι η καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών είναι διαδεδομένη στις φτωχότερες χώρες, η πρόσβαση σε αυτά παραμένει περιορισμένη. Οι αγρότες συχνά αδυνατούν να καταναλώσουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους λόγω των εξόδων που συνδέονται με την παραγωγή και την ανάγκη να τα πωλούν για να επιβιώσουν. Ο Lear χαρακτηρίζει ως σοκαριστικό το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις, η κάλυψη της διατροφικής σύστασης για φρούτα και λαχανικά ισοδυναμεί με το 50% του οικογενειακού εισοδήματος.