Ερευνητές εξετάζουν την παρουσία τοξικών ουσιών στο μέλι και τις πιθανές επιπτώσεις για τους καταναλωτές
Το μέλι αποτελεί ένα φυσικό προϊόν με αναγνωρισμένη διατροφική αξία και ευεργετικές ιδιότητες, καθώς παρουσιάζει αντιβακτηριακή, αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδωτική δράση και περιέχει ένζυμα, βιταμίνες, αμινοξέα και ιχνοστοιχεία που συμβάλλουν στη λειτουργία του οργανισμού. Ωστόσο αυτά τα οφέλη συνυπάρχουν με πιθανούς κινδύνους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Στο κτίριο που στεγάζεται ο ΕΦΕΤ εντοπίστηκαν 31 κοτόπουλα, δέκα πτηνά και 13 κατσίκες – Εισαγγελική παρέμβαση – Δείτε φωτογραφίες
Πρόσφατη επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Food Composition and Analysis, εξετάζει την παρουσία αλκαλοειδών πυρρολιζιδίνης στο μέλι και την επίδρασή τους στην ανθρώπινη υγεία. Η μελέτη είχε ως στόχο την ανάπτυξη και επικύρωση μιας αναλυτικής μεθόδου για την ταυτόχρονη ανίχνευση πολλαπλών αλκαλοειδών πυρρολιζιδίνης στο μέλι, την καταγραφή της παρουσίας και των επιπέδων τους σε δείγματα διαφορετικής βοτανικής και γεωγραφικής προέλευσης, καθώς και την αξιολόγηση του πιθανού κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία μέσω της κατανάλωσης μελιού.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλείται σοκολάτα με «κρυφές» φαρμακευτικές ουσίες για τη… στυτική δυσλειτουργία – Σοβαρός κίνδυνος για την υγεία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θανάσιμος κίνδυνος από σκόρδα που πωλήθηκαν σε μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ
Τα αλκαλοειδή πυρρολιζιδίνης αποτελούν φυσικές φυτοτοξίνες που εντοπίζονται σε περίπου 6.000 φυτικά είδη, κυρίως των γενών Echium, Senecio, Crotalaria και Eupatorium, και μεταφέρονται στο μέλι μέσω του νέκταρ που συλλέγουν οι μέλισσες. Χαρακτηρίζονται από σημαντική τοξικότητα για τον άνθρωπο. Ο κύριος στόχος τους είναι το ήπαρ, όπου μεταβολίζονται σε δραστικές ενώσεις που μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο DNA. Η έκθεση συνδέεται με οξείες επιπτώσεις όπως αιμορραγική νέκρωση και ηπατομεγαλία, καθώς και με χρόνιες επιδράσεις που περιλαμβάνουν γονοτοξικότητα και καρκινογένεση.
Η επιμόλυνση του μελιού προκύπτει κατά τη συλλογή νέκταρ, από φυτά που παράγουν τις συγκεκριμένες ενώσεις. Η παρουσία τους δεν σχετίζεται πάντα άμεσα με τη σύσταση της γύρης που ανιχνεύεται στο μέλι, καθώς ορισμένα φυτικά είδη εμφανίζονται υπεραντιπροσωπευμένα ή υποεκτιμημένα στις παλυνολογικές αναλύσεις. Η μελέτη καταγράφει ότι η παλυνολογική εξέταση δεν επαρκεί ως μοναδικό εργαλείο για την πρόβλεψη της επιμόλυνσης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Toyota: Παγκόσμια ανάκληση οχημάτων λόγω σοβαρού κινδύνου τραυματισμού – Δείτε ποια μοντέλα αφορά
Στα δείγματα που εξετάστηκαν, ανιχνεύθηκαν συχνά ενώσεις όπως η εχιμιδίνη, καθώς και αλκαλοειδή τύπου λυκοψαμίνης και σενακιονίνης. Οι συγκεντρώσεις στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν χαμηλές, κάτω από 20 μg/kg, ωστόσο σε ορισμένα δείγματα καταγράφηκαν σημαντικά υψηλότερες τιμές που ξεπερνούσαν τα 70 μg/kg. Τα ανθόμελα εμφάνισαν μεγαλύτερη επιμόλυνση σε σχέση με τα μελιτώματα.
Σύμφωνα με άλλη επιστημονική ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Molecules με τίτλο «Liquid Gold with a Dark Side – A Toxicological Overview of Bioactive Components in Honey», τα αλκαλοειδή πυρρολιζιδίνης θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα, με πιθανή καρκινογόνο δράση, ενώ εμφανίζουν τοξικότητα και γονοτοξικότητα που σχετίζονται με τις μεταβολικές τους οδούς ενεργοποίησης στον οργανισμό. Στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί σε μέλι σε συγκεντρώσεις από 1 έως 50 μg/kg, ενώ σε δείγματα πολωνικού μελιού ανιχνεύθηκαν στο 32% των περιπτώσεων. Σε άλλη μελέτη με 32 δείγματα από διαφορετικές χώρες, τα αλκαλοειδή εντοπίστηκαν στο 60% των δειγμάτων, με συγκεντρώσεις από 1,4 έως 14,2 μg/kg για 12 ενώσεις αναφοράς, ενώ σε ορισμένα δείγματα εκτιμήθηκε ότι η συνολική συγκέντρωση μπορούσε να φτάσει έως και τα 117 μg/kg.
Η αξιολόγηση κινδύνου βασίζεται στην προσέγγιση του περιθωρίου έκθεσης, καθώς πρόκειται για γονιδιοτοξικές καρκινογόνες ουσίες για τις οποίες δεν μπορεί να καθοριστεί ασφαλές επίπεδο πρόσληψης. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν θεσπιστεί ανώτατα όρια για ορισμένα τρόφιμα όπως βότανα, τσάγια και γύρη, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη ρύθμιση για το μέλι, γεγονός που επισημαίνεται από τους ερευνητές ως κενό στη νομοθεσία.
Η εκτίμηση έκθεσης δείχνει ότι η μέση κατανάλωση μελιού δεν συνδέεται με σημαντικό κίνδυνο για τον ενήλικο πληθυσμό. Ωστόσο, σε σενάρια υψηλής κατανάλωσης, η συμβολή του μελιού στη συνολική ημερήσια πρόσληψη μπορεί να αυξηθεί σημαντικά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προϊόντα με αυξημένες συγκεντρώσεις αλκαλοειδών.
Για τον κλάδο της μελισσοκομίας, η παρουσία των αλκαλοειδών σχετίζεται με τη βοτανική σύνθεση της περιοχής και την παρουσία συγκεκριμένων φυτών. Η επιλογή τοποθεσίας κυψελών και η παρακολούθηση της χλωρίδας αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τον περιορισμό της επιμόλυνσης, ενώ απαιτείται συστηματικός εργαστηριακός έλεγχος, καθώς η ανάλυση γύρης δεν επαρκεί για την πρόβλεψη του κινδύνου.
Για τους καταναλωτές, η έκθεση εξαρτάται από τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης. Η συνήθης κατανάλωση δεν εμφανίζει αυξημένο κίνδυνο, ωστόσο η συστηματική υψηλή πρόσληψη μελιού με επιμόλυνση μπορεί να συμβάλει στη συνολική έκθεση σε αλκαλοειδή πυρρολιζιδίνης, τα οποία εντοπίζονται και σε άλλα τρόφιμα της καθημερινής διατροφής.