Μελέτη σε περισσότερα από 10.000 παιδιά προτείνει την αξιολόγηση των νευροαναπτυξιακών χαρακτηριστικών μέσα από ένα ενιαίο φάσμα, αντί της ξεχωριστής αντιμετώπισης του αυτισμού, της ΔΕΠΥ και της δυσλεξίας.
Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 3 Ιουλίου στο επιστημονικό περιοδικό Molecular Psychiatry, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση στην κατανόηση και την υποστήριξη των παιδιών και των εφήβων με νευροαναπτυξιακές διαφορές. Η έρευνα, με επικεφαλής επιστήμονες από το Queen Mary University of London και το Royal Holloway, University of London, υποστηρίζει ότι οι ειδικοί θα πρέπει να εξετάζουν ένα ευρύτερο φάσμα νευροαναπτυξιακών χαρακτηριστικών, αντί να αξιολογούν ξεχωριστά διαγνώσεις όπως ο αυτισμός, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και η δυσλεξία.
Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία από περισσότερα από 10.000 παιδιά του Ηνωμένου Βασιλείου που συμμετέχουν στη μακροχρόνια μελέτη Twins Early Development Study και είναι η πρώτη που εξετάζει σε τόσο μεγάλη κλίμακα τον τρόπο με τον οποίο τα χαρακτηριστικά διαφορετικών νευροαναπτυξιακών καταστάσεων αλληλεπικαλύπτονται και συνδέονται με την πορεία των παιδιών από την παιδική ηλικία έως την εφηβεία.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, περίπου το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού παρουσιάζει μία ή περισσότερες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις. Παρότι αυτές αντιμετωπίζονται ως διακριτές διαγνώσεις στα ψυχιατρικά διαγνωστικά εγχειρίδια και υποστηρίζονται μέσω διαφορετικών υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας, στην πράξη πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν χαρακτηριστικά που αφορούν περισσότερες από μία καταστάσεις. Ως αποτέλεσμα, συνυπάρχουσες δυσκολίες και εκπαιδευτικές ή υποστηρικτικές ανάγκες μπορεί να μην αναγνωρίζονται έγκαιρα.
Οι επιστήμονες εντόπισαν μια κοινή υποκείμενη διάσταση, την οποία ονομάζουν «νευροαναπτυξιακό φάσμα» (neurodevelopmental spectrum). Η συγκεκριμένη διάσταση περιγράφει το σύνολο των χαρακτηριστικών που εμφανίζονται σε διαφορετικές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις κατά την ανάπτυξη του παιδιού. Για τη διερεύνησή της συνδυάστηκαν αναπτυξιακά, γενετικά και περιβαλλοντικά δεδομένα, με στόχο να αποτυπωθεί η δομή αυτού του ευρύτερου φάσματος και η σχέση του με την ψυχοκοινωνική εξέλιξη των παιδιών.
Η έρευνα έδειξε ότι το νευροαναπτυξιακό φάσμα συνδέεται με ένα ευρύ σύνολο συναισθηματικών και συμπεριφορικών δυσκολιών, ενώ παράλληλα μπορεί να προβλέψει σημαντικές εκβάσεις στην καθημερινή ζωή, όπως η σχολική επίδοση και η ανάγκη για ειδική εκπαιδευτική υποστήριξη. Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ Giorgia Michelini, ανώτερη λέκτορας Νευροδιαφορετικότητας και Ψυχικής Υγείας στο Queen Mary University of London, δήλωσε ότι ο συνολικός δείκτης νευροαναπτυξιακών χαρακτηριστικών παρουσίασε ισχυρή συσχέτιση με τις σχολικές επιδόσεις και τις σχετικές δυσκολίες, εξηγώντας έως και το 21% των διαφορών που παρατηρήθηκαν μεταξύ των παιδιών σε πραγματικές εκπαιδευτικές εκβάσεις.
Όπως ανέφερε, ένα παιδί με υψηλή βαθμολογία στο νευροαναπτυξιακό φάσμα στην ηλικία των επτά ετών είχε υπερδιπλάσια πιθανότητα να διαθέτει επίσημη αναγνώριση ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών και αναπηρίας (SEND) στην ηλικία των δώδεκα ετών, σε σύγκριση με ένα παιδί που είχε χαμηλή βαθμολογία. Παράλληλα, οι αυξημένες βαθμολογίες κατά την παιδική και εφηβική ηλικία συνδέθηκαν στενά με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις. Οι συσχετίσεις αυτές παρέμειναν ισχυρές ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη άλλες συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες που συχνά εμφανίζονται σε νευροδιαφορετικά παιδιά.
Η δρ Michelini σημείωσε ότι τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη να εξετάζονται συνολικά τα νευροαναπτυξιακά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον αυτισμό, τη ΔΕΠΥ και άλλες μορφές νευροδιαφορετικότητας, ώστε να υπάρχει πληρέστερη κατανόηση των αναγκών των παιδιών και καλύτερη δυνατότητα πρόβλεψης της μελλοντικής τους πορείας. Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι τα αποτελέσματα της μελέτης παρέχουν νέα επιστημονικά δεδομένα που υποστηρίζουν την έννοια της νευροδιαφορετικότητας (neurodivergence), η οποία χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως γενικός όρος για τις διαφορετικές νευροαναπτυξιακές καταστάσεις και διαφοροποιήσεις.
Σύμφωνα με τη δρ Michelini, τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί το αίτημα τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από οργανώσεις πολιτών να αντιμετωπίζονται οι νευροαναπτυξιακές καταστάσεις μέσα από ένα ενιαίο πλαίσιο. Ωστόσο, η αξιολόγηση και η υποστήριξη εξακολουθούν να παρέχονται από διαφορετικές ειδικότητες, όπως παιδοψυχιάτρους, παιδιάτρους και λογοθεραπευτές, σε ξεχωριστές δομές. Η ίδια εκτιμά ότι μια κοινή, διαγνωστικά ευρύτερη προσέγγιση μπορεί να προσφέρει πιο ολοκληρωμένη εικόνα των δυνατοτήτων και των αναγκών κάθε παιδιού. Η χρησιμότητα αυτής της προσέγγισης έχει επισημανθεί και σε πρόσφατες εκθέσεις που εκπονήθηκαν για λογαριασμό της βρετανικής κυβέρνησης σχετικά με τον αυτισμό και τη ΔΕΠΥ.
Η συν-επικεφαλής της μελέτης, αναπληρώτρια καθηγήτρια Kaili Rimfeld από το Royal Holloway, University of London, δήλωσε ότι τα ευρήματα έχουν σημαντικές προεκτάσεις για την παροχή ειδικής εκπαιδευτικής υποστήριξης, την ψυχιατρική ταξινόμηση των νευροαναπτυξιακών καταστάσεων, τις κλινικές διαδικασίες και την εξατομίκευση της φροντίδας. Όπως ανέφερε, τα αποτελέσματα υποστηρίζουν την εφαρμογή ευρύτερων αξιολογήσεων που βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και όχι αποκλειστικά στις παραδοσιακές διαγνωστικές κατηγορίες, τόσο στο σχολικό όσο και στο κλινικό περιβάλλον, ώστε η υποστήριξη να προσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες κάθε παιδιού και εφήβου.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.nature.com/articles/s41380-026-03714-0