Νέα έρευνα μετρά για πρώτη φορά με ρεαλιστικές συνθήκες πόσα μικροπλαστικά αφήνει πίσω του ένα από τα πιο κοινά αντικείμενα κάθε σπιτιού
Το σφουγγάρι που χρησιμοποιείται καθημερινά για τα πιάτα ανήκει στην κατηγορία των πλαστικών αντικειμένων οικιακής χρήσης που παράγουν μικροπλαστικά κατά τη φθορά τους, αλλά η έκταση αυτής της εκπομπής παρέμενε μέχρι σήμερα εξαιρετικά ελάχιστα μελετημένη. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Βόννης, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Fraunhofer και το Πανεπιστήμιο Leiden, ανέπτυξαν ένα αυτοματοποιημένο σύστημα, το «SpongeBot», που αναπαράγει σε εργαστηριακές συνθήκες τη μηχανική καταπόνηση που υφίσταται ένα σφουγγάρι κατά το πλύσιμο πιάτων. Παράλληλα, νοικοκυριά από τη Γερμανία και τη Βόρεια Αμερική συμμετείχαν στη μελέτη χρησιμοποιώντας τρεις διαφορετικούς τύπους σφουγγαριών υπό πραγματικές συνθήκες, τεκμηριώνοντας τον τρόπο και τη συχνότητα χρήσης τους. Αυτός ο συνδυασμός εργαστηριακής δοκιμής και δεδομένων από πραγματική χρήση επέτρεψε εκτιμήσεις πολύ πιο ρεαλιστικές από ό,τι οι αμιγώς εργαστηριακές προσεγγίσεις που κυριαρχούσαν μέχρι τώρα στη βιβλιογραφία.
Από 0,68 έως 4,21 γραμμάρια μικροπλαστικών ανά άτομο ετησίως
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Advances, δείχνουν ότι κάθε σφουγγάρι που δοκιμάστηκε έχανε υλικό κατά τη χρήση. Ανάλογα με τον τύπο, οι ετήσιες εκπομπές κυμαίνονταν από 0,68 έως 4,21 γραμμάρια μικροπλαστικών ανά άτομο, με τα σφουγγάρια χαμηλότερης περιεκτικότητας σε πλαστικό να αποδεσμεύουν σημαντικά λιγότερα σωματίδια. Το νούμερο φαίνεται μικρό σε ατομικό επίπεδο, αλλά γίνεται ανησυχητικό όταν κλιμακωθεί, καθώς αν ένας συγκεκριμένος τύπος σφουγγαριού χρησιμοποιούνταν σε κάθε γερμανικό νοικοκυριό, οι ετήσιες εκπομπές θα έφταναν τους 355 τόνους μικροπλαστικών. Αν και οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων συγκρατούν μεγάλο μέρος αυτών των σωματιδίων, αρκετοί τόνοι κατεβαίνουν ετησίως σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσες. Αξίζει να σημειωθεί ότι μελετητές που σχολίασαν τα ευρήματα επισήμαναν ότι η σύγκριση μεταξύ μικροπλαστικών και κατανάλωσης νερού ως «μεγαλύτερης περιβαλλοντικής επίπτωσης» βασίζεται σε συγκεκριμένη μεθοδολογία αξιολόγησης κύκλου ζωής, και ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των μικροπλαστικών στον ανθρώπινο οργανισμό και τα οικοσυστήματα δεν έχουν ακόμα πλήρως αποτιμηθεί.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται παγάκια λόγω εντερόκοκκου – Τι είναι το βακτήριο και γιατί ανησυχούν οι αρχές
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Απορρυπαντικά: Μήπως μας «κοροϊδεύουν» οι οικονομικές και XL συσκευασίες;
Το πιο απροσδόκητο εύρημα της μελέτης είναι ότι τα μικροπλαστικά δεν αποτελούν την κύρια περιβαλλοντική επιβάρυνση από το χειροκίνητο πλύσιμο πιάτων. Μεταξύ 85% και 97% της συνολικής περιβαλλοντικής επίπτωσης οφείλεται στην κατανάλωση νερού, η οποία ξεπερνά σε μέγεθος τη ζημιά από τα μικροπλαστικά. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο κέρδος για το περιβάλλον δεν είναι η επιλογή καλύτερου σφουγγαριού, αλλά η χρήση λιγότερου νερού κατά το πλύσιμο. Για όσους θέλουν να μειώσουν και τις εκπομπές μικροπλαστικών, η επιλογή σφουγγαριών χαμηλότερης περιεκτικότητας σε πλαστικό και η παράταση της διάρκειας ζωής τους μειώνουν τη συνολική κατανάλωση πόρων. Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη θεσπίσει κανονισμό που περιορίζει τα σκόπιμα προστιθέμενα μικροπλαστικά σε προϊόντα, με πρώτη υποχρεωτική ετήσια αναφορά για τις εταιρείες που είχε οριστεί για τις 31 Μαΐου 2026, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην υγεία ως «υπό μελέτη», μια θέση που αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο από την επιστημονική κοινότητα.