Η κατανάλωση ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ χαμηλότερη από την κατανάλωση στις χώρες όπου το προϊόν αποτελεί καθημερινό βασικό τρόφιμο. Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι περίπου 9 κιλά ανά κάτοικο ετησίως. Παρά τη σχετικά περιορισμένη κατανάλωση, οι εισαγωγές ρυζιού στην ΕΕ αυξήθηκαν σημαντικάκαι από περίπου ένα εκατομμύριο τόνους το 2002 έφθασαν σε περίπου 2–2,5 εκατομμύρια τόνους τα τελευταία χρόνια, ενώ το 2022 καταγράφηκε κορύφωση περίπου 2,6 εκατομμυρίων τόνων. Σημαντικοί εμπορικοί εταίροι της ΕΕ είναι η Ταϊλάνδη, η Ινδία, το Πακιστάν, η Μιανμάρ, η Καμπότζη και το Βιετνάμ, ενώ εισαγωγές πραγματοποιούνται επίσης από χώρες της Νότιας Αμερικής και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μέλια «δύναμης»: Επίσημη προειδοποίηση από το CVUA – 23 στα 24 περιέχουν κρυμμένα φάρμακα με πιθανές παρενέργειες
Μελέτη για την ασφάλεια του ρυζιού που διατίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλυσε περισσότερες από δύο δεκαετίες δεδομένων του ευρωπαϊκού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης για τα Τρόφιμα και τις Ζωοτροφές, RASFF, με έμφαση στα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, τις μυκοτοξίνες, τα βαρέα μέταλλα και το γενετικά τροποποιημένο ρύζι. Η εργασία «Hazards Related to the Safety of Rice Available on the Common Market of the European Union» δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Resources του MDPI. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από FAOSTAT, Eurostat, RASFF και Web of Science.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τι κρύβουν τα κουκούτσια από το πεπόνι που συνήθως πετάμε
Για την περίοδο 2002–2023 καταγράφηκαν 1.734 κοινοποιήσεις RASFF που αφορούσαν ρύζι. Το 32% σχετιζόταν με γενετικά τροποποιημένο ρύζι, το 21% με υπολείμματα φυτοφαρμάκων και το 17% με μυκοτοξίνες. Οι κοινοποιήσεις για γενετικά τροποποιημένο ρύζι συγκεντρώθηκαν κυρίως στα έτη 2006–2014 και αφορούσαν κυρίως προϊόντα από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το 2017 έως το 2023 αυξήθηκαν οι περιπτώσεις φυτοφαρμάκων και μυκοτοξινών, κυρίως σε ρύζι από Ινδία και Πακιστάν.
Από τις συνολικές κοινοποιήσεις, 636 ήταν απορρίψεις στα σύνορα, 617 κοινοποιήσεις πληροφοριών και 481 ειδοποιήσεις συναγερμού. Οι απορρίψεις στα σύνορα αντιστοιχούσαν περίπου στο 37% του συνόλου. Η κατηγορία αυτή αφορά φορτία που ελέγχθηκαν στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ και δεν επιτράπηκε να εισέλθουν στην αγορά λόγω του κινδύνου που εντοπίστηκε.
Οι περισσότερες κοινοποιήσεις ως προς τη χώρα προέλευσης αφορούσαν την Κίνα με 372 περιπτώσεις, την Ινδία με 283, το Πακιστάν με 233 και τις Ηνωμένες Πολιτείες με 156. Ακολουθούσαν μεταξύ άλλων η Ιταλία, η Ολλανδία, το Χονγκ Κονγκ, η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι κοινοποιήσεις που εμφανίζουν ευρωπαϊκές χώρες ως χώρα προέλευσης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αφορούν επανεξαγωγές προϊόντων.
Στα φυτοφάρμακα, η συχνότερα καταγεγραμμένη ουσία ήταν το tricyclazole, με 153 αναλύσεις και συγκεντρώσεις 0,011–0,640 mg/kg. Ακολούθησαν thiamethoxam, carbendazim, chlorpyrifos, imidacloprid και acephate. Στον πίνακα της μελέτης οι περισσότερες από αυτές τις ουσίες εμφανίζονται ως μη εγκεκριμένες. Από τις δέκα συχνότερα καταγεγραμμένες δραστικές ουσίες μόνο το acetamiprid αναφέρεται ως εγκεκριμένο, με ισχύ έως το 2033. Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις τα υπολείμματα υπερέβαιναν τα σχετικά μέγιστα όρια κατά δύο έως δέκα φορές.
Οι κοινοποιήσεις για φυτοφάρμακα συνδέονταν κυρίως με ρύζι από Ινδία και Πακιστάν. Στην επιστημονική βιβλιογραφία που εξετάστηκε αναφέρονται προβλήματα από εντατική χρήση φυτοπροστατευτικών ουσιών, περιορισμένη γνώση των παραγωγών και διαφοροποιήσεις μεταξύ των ορίων που εφαρμόζονται διεθνώς και εκείνων που ισχύουν στην ΕΕ. Το πλύσιμο και το μαγείρεμα μπορούν να μειώσουν μέρος των υπολειμμάτων, ενώ το πίτουρο μπορεί να εμφανίζει υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με το λευκασμένο ρύζι.
Στις μυκοτοξίνες, η αφλατοξίνη Β1 ήταν η συχνότερα καταγεγραμμένη, με 267 αναλύσεις και τιμές 2,20–251 μg/kg. Οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν ρύζι από το Πακιστάν. Οι συνολικές αφλατοξίνες εμφανίστηκαν σε 165 αναλύσεις, ενώ η ωχρατοξίνη Α σε 39, κυρίως σε προϊόντα από την Ινδία.
Οι αφλατοξίνες παράγονται από μύκητες και χαρακτηρίζονται από τον IARC ως καρκινογόνες για τον άνθρωπο. Η ανάπτυξη μυκοτοξινών μπορεί να συμβεί τόσο πριν όσο και μετά τη συγκομιδή, με την υγρασία, τις υψηλές θερμοκρασίες, την ανεπαρκή ξήρανση και την ακατάλληλη αποθήκευση να αυξάνουν τον κίνδυνο. Για τον κόκκο ρυζιού, η μελέτη παραθέτει ευρωπαϊκά μέγιστα επίπεδα 2 μg/kg για αφλατοξίνη Β1, 4 μg/kg για το άθροισμα αφλατοξινών και 3 μg/kg για ωχρατοξίνη Α. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης κάδμιο, αρσενικό και μόλυβδο. Στα δεδομένα RASFF καταγράφηκαν 16 αναλύσεις για κάδμιο, δέκα για αρσενικό και πέντε για μόλυβδο. Οι περισσότερες καταγραφές καδμίου αφορούσαν προϊόντα από την Ιταλία, ενώ οι συγγραφείς αναφέρουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν υπερβάσεις για κάδμιο και αρσενικό σε ιταλικό ρύζι.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα προϊόντα ρυζιού που προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά. Η μελέτη αναφέρει αυστηρότερα όρια για το αρσενικό στα τρόφιμα αυτής της κατηγορίας και επισημαίνει ότι τα παιδιά μπορεί να έχουν υψηλότερη σχετική έκθεση σε ορισμένους επιμολυντές λόγω μικρότερου σωματικού βάρους και ειδικών διατροφικών συνηθειών.
Παρά τον αριθμό των κοινοποιήσεων, οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τον συνολικό κίνδυνο από την κατανάλωση ρυζιού για τους Ευρωπαίους καταναλωτές ως χαμηλό. Η μεγάλη αναλογία απορρίψεων στα σύνορα δείχνει ότι σημαντικό μέρος των προβληματικών φορτίων εντοπίστηκε πριν κυκλοφορήσει στην ευρωπαϊκή αγορά. Η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη συνέχισης των ελέγχων, ιδιαίτερα για φυτοφάρμακα, μυκοτοξίνες και βαρέα μέταλλα, καθώς οι εισαγωγές ρυζιού στην ΕΕ έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Η ηλικία πρώτης εμφάνιση περιόδου συνδέεται και με τα φυτοφάρμακα! Τι εντόπισε έρευνα για την επίδραση του chlorpyrifos και άλλων ουσιών
- Ανάκληση σύκων Ελληνικής εταιρείας, στην Ιταλία: Επικίνδυνη τοξίνη 7.275% πάνω από το όριο – Δείτε μάρκα και φωτογραφία
- Χυμός πορτοκάλι: 9 επιστημονικές έρευνες αποκαλύπτουν τι συμβαίνει στον οργανισμό μας
- Διαβήτης τύπου 2: Αυξημένος κατά 33% ο κίνδυνος για τα νεφρά από κοινό φάρμακο για την πίεση
- Σπανάκι, μανιτάρια και ψωμί: Νέα στοιχεία για την έκθεση σε κάδμιο – Αξιολόγηση του BfR στο Food Risk Assess Europe