*Του Νίκου Ζορζοβίλη, BSc Dietetics – MSc Sport Nutrition
Ενώ οι αθλητές που προετοιμάζονται για έναν κλασικό μαραθώνιο (42 χιλιόμετρα) επικεντρώνονται σε στρατηγικές διατροφής για τη βελτίωση της αντοχής, όπως η φόρτιση υδατανθράκων και η κατανάλωση ενισχυτικών ζελ για την κάλυψη των αναγκών λίγων ωρών αγώνα, η απάντηση του οργανισμού σε έναν υπερμαραθώνιο (100 έως 230 χιλιόμετρα) είναι ριζικά διαφορετική. Σε αντίθεση με τη διαχείριση των διαθέσιμων καυσίμων που απαιτείται για τον μαραθώνιο, οι υπερβολικά μεγάλες αποστάσεις ωθούν το σώμα σε κατάσταση βαθιάς επιβίωσης. Μία νέα προοπτική μελέτη παρατήρησης, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nutrients, παρακολούθησε έμπειρους αθλητές υπερμαραθώνιων σε αγώνες 100 χιλιομέτρων, 160.9 χιλιομέτρων και 230 χιλιομέτρων, προκειμένου να αξιολογήσει το μεταβολικό, ορμονικό και μυϊκό στρες υπό πραγματικές συνθήκες αγώνα. Τα ευρήματα έδειξαν ότι ακόμη και οι πιο έμπειροι αθλητές αντιμετωπίζουν βαθιά απώλεια ενέργειας, μυϊκή διάσπαση και μεταβαλλόμενες ορμόνες κατά τη διάρκεια των αγώνων, με τις μεγαλύτερες αποστάσεις να επιβάλλουν το πιο επαχθές φυσιολογικό τίμημα.
Ενεργειακά ελλείμματα και ορμονικές μετατοπίσεις
Τα ευρήματα της μελέτης αποκάλυψαν σημαντικά ελλείμματα ενέργειας, με μέσο όρο περίπου 6.797 θερμίδες, σε όλες τις αποστάσεις. Ωστόσο, αυτό το έλλειμμα διέφερε ουσιαστικά ανάλογα με την απόσταση. Η ομάδα που έτρεξε τα 230 χιλιόμετρα εμφάνισε ένα έλλειμμα που έφτανε έως και τις 18.364 θερμίδες. Αυτό το ακραίο έλλειμμα, παρά την κατανάλωση διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες (περίπου 79% της συνολικής πρόσληψης), πυροδότησε έναν καταρράκτη ορμονικών προσαρμογών.
Το σώμα των αθλητών επέδειξε αξιοσημείωτη ικανότητα διατήρησης της ομοιόστασης υπό ακραίο στρες. Τα επίπεδα γλυκόζης, για παράδειγμα, παρέμειναν σταθερά εντός του φυσιολογικού εύρους. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν κρίσιμες μεταβολές: Η λεπτίνη, η ορμόνη που ρυθμίζει την όρεξη, μειώθηκε σημαντικά στο σύνολο των αθλητών, με τη μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται στην ομάδα των 230 χιλιομέτρων. Αντίθετα, η γκρελίνη, η ορμόνη της πείνας, αυξήθηκε. Παράλληλα, τα επίπεδα ινσουλίνης μειώθηκαν, ενώ η γλυκαγόνη αυξήθηκε, μία αμοιβαία μετατόπιση που βοηθά τον οργανισμό να κινητοποιήσει αποθηκευμένο λίπος και ζάχαρη για να τροφοδοτήσει τους μύες και τον εγκέφαλο. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική αύξηση της ιρισίνης, μιας ορμόνης που προέρχεται από τους μύες και συνδέεται με τον μεταβολισμό του λίπους, υποδηλώνοντας την προσαρμοστική μεταβολική αναδιαμόρφωση που προκαλεί η ακραία καταπόνηση.
Επιπτώσεις στην ανάρρωση
Οι αναλύσεις επιβεβαίωσαν σοβαρές διαταραχές στη μεταβολική και δομική ακεραιότητα του σώματος. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν σημαντικές αυξήσεις στους βιοδείκτες μυϊκής βλάβης, όπως η κρεατινική κινάση (CKM) και η γαλακτική αφυδρογονάση (LDH), δείχνοντας εκτεταμένη ζημιά στις μυϊκές ίνες. Η ομάδα που κάλυψε την απόσταση των 230 χιλιομέτρων εμφάνισε τις πιο σοβαρές αλλοιώσεις σε αυτούς τους δείκτες, καταδεικνύοντας ότι το βιολογικό κόστος κλιμακώνεται δυσανάλογα με την αύξηση της απόστασης. Παράλληλα με τη μυϊκή καταστροφή, οι αθλητές κατέγραψαν, μέσω του ερωτηματολογίου GASE (General Assessment of Side Effects), μετα-αγωνιστικές εξάρσεις σε συμπτώματα όπως η έντονη ναυτία, η πλήρης απώλεια όρεξης, ο οξύς μυϊκός πόνος και η ακραία εξάντληση. Αυτά τα ευρήματα καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για εξατομικευμένα πρωτόκολλα ανάρρωσης που δεν επικεντρώνονται μόνο στην επαναπλήρωση της ενέργειας, αλλά και στην αποκατάσταση της μυϊκής δομής. Ως εκ τούτου, οι μελλοντικές διατροφικές στρατηγικές θα πρέπει να εξισορροπούν την πρόσληψη υδατανθράκων για τη σταθεροποίηση της ενδοκρινικής λειτουργίας, με την επαρκή πρόσληψη πρωτεϊνών και λιπών, ώστε να υποστηριχθεί η μυϊκή ανθεκτικότητα και η ταχύτερη ανάκαμψη της φυσιολογικής ευεξίας.
