Μια διατροφή ιδιαίτερα πλούσια σε φυτικές ίνες μπορεί να βελτιώσει τον έλεγχο του σακχάρου και να συμβάλει περισσότερο στην απώλεια βάρους από τη μετφορμίνη σε ανθρώπους με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκία, σύμφωνα με μικρή τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που εξέτασε παράλληλα και τις αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Henan Provincial People’s Hospital στην Κίνα και περιέλαβε αρχικά 48 ενήλικες ηλικίας 18 έως 70 ετών. Όλοι είχαν πρόσφατη διάγνωση διαβήτη τύπου 2, γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη μεταξύ 6,5% και 9% και δείκτη μάζας σώματος τουλάχιστον 24 kg/m². Μετά από περίοδο προετοιμασίας δύο εβδομάδων, οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες. Η μία ακολούθησε για 84 ημέρες συγκεκριμένη διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες χωρίς φάρμακα, ενώ η άλλη έλαβε μόνο μετφορμίνη. Τελικά ολοκλήρωσαν την παρέμβαση 46 άτομα, από τα οποία 34 ανήκαν στην ομάδα της διατροφής και μόλις 12 στην ομάδα της μετφορμίνης.
Μεγαλύτερη βελτίωση στο σάκχαρο και στο βάρος
Η διατροφική παρέμβαση δεν βασίστηκε απλώς στην προσθήκη περισσότερων λαχανικών ή φρούτων στο καθημερινό διαιτολόγιο. Οι συμμετέχοντες έλαβαν ειδικά σχεδιασμένα προϊόντα με διαλυτές και αδιάλυτες φυτικές ίνες, μεταξύ άλλων ίνες σιταριού και βρώμης, ανθεκτική δεξτρίνη, ινουλίνη, ολιγοσακχαρίτες και κόμμι κονιάκ, ενώ παράλληλα έλαβαν οδηγίες για την κατανάλωση λαχανικών, προϊόντων σόγιας, μανιταριών, φυκιών, φρούτων και τροφών ζωικής προέλευσης.
Στην 84η ημέρα, η μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, αφού έγιναν οι απαραίτητες στατιστικές προσαρμογές για τις αρχικές τιμές, ήταν 6,32% στην ομάδα των φυτικών ινών έναντι 6,74% στην ομάδα της μετφορμίνης. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στον δείκτη μάζας σώματος, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 28,42 kg/m² έναντι 30,22 kg/m² αντίστοιχα. Η ομάδα της διατροφής εμφάνισε επίσης χαμηλότερη λιπώδη μάζα σώματος, χαμηλότερα τριγλυκερίδια και μικρότερη περίμετρο σε σχέση με το ύψος και το βάρος της.
Οι συνεχείς μετρήσεις γλυκόζης έδειξαν επιπλέον μικρότερες διακυμάνσεις του σακχάρου στην ομάδα των φυτικών ινών. Ωστόσο, δεν ήταν όλα τα μέτρα γλυκαιμικού ελέγχου διαφορετικά στο τέλος της μελέτης. Η γλυκόζη νηστείας και η συνολική έκθεση στη γλυκόζη κατά τη δοκιμασία ανοχής γεύματος δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων στην 84η ημέρα.
Το μικροβίωμα άλλαξε μέσα σε μόλις 28 ημέρες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας ήταν η παράλληλη παρακολούθηση του μικροβιώματος του εντέρου. Η ανάλυση 184 δειγμάτων κοπράνων έδειξε ότι η διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες είχε ήδη αλλάξει τη σύνθεση των μικροοργανισμών του εντέρου μέσα στις πρώτες 28 ημέρες. Μεταξύ άλλων, αυξήθηκαν βακτήρια όπως τα Bifidobacterium και Lactobacillus, ενώ μειώθηκε το Bilophila wadsworthia, ένα βακτήριο που έχει συνδεθεί με φλεγμονώδεις διεργασίες. Στην ομάδα της μετφορμίνης δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχη σημαντική αλλαγή στη συνολική δομή του μικροβιώματος κατά τη διάρκεια των 84 ημερών.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι μέρος της επίδρασης μπορεί να σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο τα βακτήρια του εντέρου μεταβολίζουν τις φυτικές ίνες και παράγουν ουσίες όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τον μεταβολισμό. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη δεν μέτρησε άμεσα τα επίπεδα GLP-1 στους συμμετέχοντες και επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτός ο μηχανισμός ευθύνεται για τις μεταβολικές αλλαγές.
Υπάρχει επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Κατά τη διάρκεια της παρέμβασης, οι συμμετέχοντες στην ομάδα των φυτικών ινών κατανάλωναν λιγότερη ενέργεια και μικρότερες ποσότητες αρκετών μακροθρεπτικών συστατικών σε σχέση με την ομάδα της μετφορμίνης. Επομένως, η μεγαλύτερη απώλεια βάρους δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις ίδιες τις φυτικές ίνες.
Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται επιβεβαίωση. Η μελέτη έγινε σε ένα μόνο κέντρο, διήρκεσε μόλις 84 ημέρες και η ομάδα της μετφορμίνης ήταν ιδιαίτερα μικρή. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες ήταν νεοδιαγνωσμένοι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκία, επομένως τα αποτελέσματα δεν μπορούν να επεκταθούν αυτόματα σε όλους τους ανθρώπους με διαβήτη ή να ερμηνευθούν ως απόδειξη ότι η διατροφή μπορεί να αντικαταστήσει τη φαρμακευτική θεραπεία. Η μελέτη δείχνει κυρίως ότι μια στοχευμένη διατροφική παρέμβαση πλούσια σε φυτικές ίνες αξίζει περαιτέρω διερεύνηση ως μέρος της αντιμετώπισης του διαβήτη και της παχυσαρκίας.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Frontiers in Microbiology.