Τα τεστ DNA, οι αναλύσεις μικροβιώματος και οι εφαρμογές που υπόσχονται εξατομικευμένες διατροφικές συμβουλές πληθαίνουν, όμως η αγορά της λεγόμενης precision nutrition βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα βασικό πρόβλημα αξιοπιστίας. Η μέτρηση ενός βιολογικού χαρακτηριστικού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να μετατραπεί σε αξιόπιστη διατροφική οδηγία, ενώ πρόσφατη μελέτη του Εθνικού Ινστιτούτου Προτύπων και Τεχνολογίας των ΗΠΑ έδειξε πόσο μεγάλες μπορεί να είναι οι αποκλίσεις μεταξύ εμπορικών τεστ μικροβιώματος. Όταν το ίδιο δείγμα κοπράνων στάλθηκε σε επτά διαφορετικές εταιρείες, τα αποτελέσματα παρουσίασαν διαφορές τόσο μεγάλες ώστε, σε μία περίπτωση, η ίδια εταιρεία χαρακτήρισε πανομοιότυπα δείγματα ως «υγιές» και «μη υγιές». Το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η εξατομικευμένη διατροφή προωθείται όλο και περισσότερο ως ένας τρόπος να προσαρμόζεται η διατροφή στις ανάγκες κάθε ανθρώπου με βάση δεδομένα από το μικροβίωμα, τη γενετική, τους βιοδείκτες, τη φυσιολογία, τον τρόπο ζωής και τη διατροφή. Σύμφωνα με στοιχεία της Innova Market Insights που επικαλείται το Nutrition Insight, 43% των καταναλωτών δηλώνουν ότι είναι ανοιχτοί στη χρήση τεχνολογικών λύσεων για τη βελτίωση της υγείας και της ευεξίας, ενώ 44% δηλώνουν επιφυλακτικοί απέναντι σε προσεγγίσεις που δεν διαθέτουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση.
Το ίδιο δείγμα, διαφορετική «διάγνωση»
Το πρόβλημα με τα εμπορικά τεστ μικροβιώματος δεν είναι ότι δεν μπορούν να ανιχνεύσουν βακτήρια. Είναι ότι η ανίχνευση και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Οι ειδικοί που μίλησαν στο Nutrition Insight επισημαίνουν ότι ένα αποτέλεσμα που δείχνει τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος αποτελεί ένα στιγμιότυπο και δεν αποδεικνύει από μόνο του ποια διατροφική παρέμβαση θα έχει όφελος για το συγκεκριμένο άτομο. Η μελέτη του αμερικανικού Εθνικού Ινστιτούτου Προτύπων και Τεχνολογίας, η οποία δημοσιεύθηκε στο Communications Biology, έδειξε ότι τα αποτελέσματα που έδιναν διαφορετικές εταιρείες για τα ίδια δείγματα μπορούσαν να αποκλίνουν σημαντικά. Σύμφωνα με τους ειδικούς που σχολιάζουν τα ευρήματα, οι διαφορές μεταξύ των παρόχων ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις συγκρίσιμες με τις διαφορές που θα περίμενε κανείς να δει ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι ένας καταναλωτής μπορεί να πληρώσει για μια ανάλυση, να λάβει μια συγκεκριμένη εικόνα για το μικροβίωμά του και στη συνέχεια να λάβει προτάσεις για συμπληρώματα ή διατροφή, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το αρχικό αποτέλεσμα είναι επαρκώς αναπαραγώγιμο. Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται όταν η ίδια εταιρεία που πραγματοποιεί το τεστ πωλεί και τα προϊόντα που προτείνει. Όπως επισημαίνεται, η εμπορική σχέση δεν αποδεικνύει από μόνη της πρόβλημα, δημιουργεί όμως ένα κίνητρο που ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει.
Η διατροφή αλλάζει και την αντίδραση του μικροβιώματος
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή δύο άνθρωποι δεν αντιδρούν απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο στην ίδια τροφή ή στο ίδιο διατροφικό προϊόν. Η έρευνα PREDICT έχει δείξει σημαντικές διαφορές στις μεταγευματικές αποκρίσεις της γλυκόζης και των τριγλυκεριδίων ακόμη και μεταξύ πανομοιότυπων διδύμων, γεγονός που υποδεικνύει ότι η γενετική δεν εξηγεί από μόνη της τον τρόπο με τον οποίο κάθε οργανισμός ανταποκρίνεται στη διατροφή. Το μικροβίωμα, ο τρόπος ζωής και άλλοι βιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες συμμετέχουν σε αυτή την εικόνα. Παράλληλα, η συνήθης διατροφή ενός ανθρώπου πριν από μια παρέμβαση μπορεί να επηρεάζει το αποτέλεσμα. Έρευνα από το King’s College London που αναφέρεται στην ανάλυση έδειξε ότι άνθρωποι με υψηλότερη συνηθισμένη πρόσληψη φυτικών ινών παρουσίασαν διαφορετική απόκριση σε ένα πρεβιοτικό σε σχέση με άτομα που κατανάλωναν λιγότερες φυτικές ίνες. Επομένως, ακόμη και όταν δύο άνθρωποι έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά σε μια εργαστηριακή μέτρηση, η διατροφική τους ιστορία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν σε μια συγκεκριμένη παρέμβαση.
Η ίδια λογική ισχύει και για τη σύγχρονη έρευνα στην εξατομικευμένη διατροφή. Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 στο Journal of Nutrition και περιέλαβε 262 μελέτες διαπίστωσε ότι οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, μηχανικής μάθησης, φορητών συσκευών και άλλων εργαλείων εξατομίκευσης μπορούν να συνδέονται με μέτριες βελτιώσεις στο σωματικό βάρος, τον δείκτη μάζας σώματος, την περίμετρο μέσης και τη συστολική αρτηριακή πίεση. Ωστόσο, η βεβαιότητα των στοιχείων χαρακτηρίστηκε γενικά χαμηλή έως πολύ χαμηλή, λόγω προβλημάτων μεροληψίας, ετερογένειας και ανακρίβειας των εκτιμήσεων. Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν η εξατομικευμένη διατροφή έχει επιστημονικό ενδιαφέρον. Έχει, και μάλιστα μεγάλο. Το ερώτημα είναι πόσο κοντά βρίσκεται η αγορά στο να μπορεί να μετατρέψει μια μέτρηση σε αξιόπιστη και κλινικά χρήσιμη παρέμβαση. Για να θεωρηθεί πραγματικά εξατομικευμένη μια διατροφική προσέγγιση, χρειάζεται σύνδεση ανάμεσα σε αυτό που μετράται, στο αποτέλεσμα υγείας που επιδιώκεται και στην παρέμβαση που προτείνεται.
Αυτό απαιτεί επαναλήψιμες μετρήσεις, κλινικές μελέτες σε ανθρώπους και σαφή στοιχεία ότι μια συγκεκριμένη παρέμβαση βελτιώνει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η απλή παρουσία ενός συγκεκριμένου βακτηρίου στο έντερο ή μια γενετική παραλλαγή δεν αρκεί για να συμπεράνει κανείς ότι ένα άτομο πρέπει να πάρει ένα συγκεκριμένο συμπλήρωμα ή να αποκλείσει μια ομάδα τροφίμων.
Για τον καταναλωτή, το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι επομένως να διαχωρίζει την ανάλυση από την απόδειξη αποτελεσματικότητας. Ένα τεστ μπορεί να παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι διατροφικές οδηγίες που ακολουθούν έχουν αποδεδειγμένο όφελος. Οι ειδικοί που μιλούν στο Nutrition Insight υπογραμμίζουν ότι η αξία της precision nutrition θα κριθεί τελικά από το αν μπορεί να συνδέσει αξιόπιστα τα δεδομένα ενός ανθρώπου με μια παρέμβαση που οδηγεί σε μετρήσιμη βελτίωση της υγείας και όχι από το πόσα δεδομένα μπορεί να συλλέξει ένα τεστ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ