Η εξειδίκευση του πακέτου των 95 εκατ. ευρώ για το ενεργειακό κόστος της ελληνικής βιομηχανίας καθορίζει πλέον συγκεκριμένους κανόνες για την περίοδο και το ποσοστό της επιλέξιμης κατανάλωσης. Για τη βιομηχανία τροφίμων, το ουσιαστικό νέο στοιχείο είναι ότι η στήριξη δεν αφορά οριζόντια κάθε παραγωγική επιχείρηση, αλλά δραστηριότητες που εμπίπτουν στην ευρωπαϊκή λίστα επιλέξιμων κλάδων και πληρούν τους όρους του ελληνικού σχήματος.
Η παρέμβαση θα εφαρμοστεί σε δύο χρονικές φάσεις, με διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το εάν μια επιχείρηση λαμβάνει ήδη αντιστάθμιση για το έμμεσο κόστος CO₂. Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2026 προβλέπεται στήριξη μέσω του CISAF για επιχειρήσεις επιλέξιμων κλάδων που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση, με κάλυψη έως του 50% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας που αναγνωρίζεται από το καθεστώς.
Για την πρώτη περίοδο, η ενίσχυση μπορεί να μειώνει έως κατά 50% τη μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στη ζώνη προσφοράς όπου είναι συνδεδεμένος ο δικαιούχος. Το CISAF περιορίζει παράλληλα την επιδοτούμενη ποσότητα σε έως 50% της ετήσιας κατανάλωσης και προβλέπει ότι η τιμή που προκύπτει για την επιλέξιμη κατανάλωση δεν μπορεί να υποχωρήσει κάτω από 50 ευρώ ανά MWh.
Από τον Αύγουστο έως τον Δεκέμβριο του 2026 ενεργοποιούνται οι πρόσθετες δυνατότητες του προσωρινού ευρωπαϊκού πλαισίου METSAF. Η μέγιστη μείωση μπορεί να φτάσει το 70% της σχετικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, διατηρώντας το κατώτατο επίπεδο των 50 ευρώ/MWh. Για επιχειρήσεις εκτός αντιστάθμισης παραμένει επιλέξιμο έως 50% της κατανάλωσης, ενώ για επιχειρήσεις που λαμβάνουν αντιστάθμιση προβλέπεται μικρότερο επιλέξιμο μερίδιο. Η διαφοροποίηση αυτή αφορά ειδικά τη δεύτερη φάση του μηχανισμού.
Η ευρωπαϊκή λίστα επιλέξιμων κλάδων έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία για τις επιχειρήσεις τροφίμων. Στο Παράρτημα Ι των CEEAG περιλαμβάνονται συγκεκριμένες δραστηριότητες τροφίμων και ποτών και όχι συνολικά κάθε επιχείρηση με κωδικό NACE 10 ή 11. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η επεξεργασία και συντήρηση ψαριών, η επεξεργασία πατάτας, η παραγωγή χυμών και η επεξεργασία ή συντήρηση άλλων φρούτων και λαχανικών. Η διάκριση γίνεται σε επίπεδο συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας.
Στην ίδια ευρωπαϊκή λίστα περιλαμβάνονται επίσης η παραγωγή ελαίων και λιπών, η παραγωγή αμύλων και προϊόντων αμύλου, η παραγωγή ζάχαρης και η παραγωγή ομογενοποιημένων παρασκευασμάτων και διαιτητικών τροφίμων. Από τον κλάδο των ποτών καταγράφονται η παραγωγή άλλων μη αποσταγμένων ποτών που έχουν υποστεί ζύμωση και η παραγωγή βύνης, δραστηριότητες με συγκεκριμένους τετραψήφιους κωδικούς NACE. Η ταξινόμηση αυτή καθορίζει την αρχική περίμετρο των δυνητικών δικαιούχων.
Αυτός ο περιορισμός σημαίνει ότι μια γαλακτοβιομηχανία, μια αρτοβιομηχανία ή μια μονάδα επεξεργασίας κρέατος δεν πρέπει να θεωρηθεί αυτομάτως δικαιούχος μόνο επειδή διαθέτει υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες δεν εμφανίζονται στη βασική λίστα τροφίμων του Παραρτήματος Ι που χρησιμοποιείται για την επιλεξιμότητα. Η οριστική ένταξη κάθε ελληνικής επιχείρησης θα εξαρτηθεί από το εγκεκριμένο εθνικό καθεστώς και την ταξινόμηση της δραστηριότητάς της.
Το CISAF προβλέπει πάντως δυνατότητα επιλεξιμότητας και για τομέα ή υποτομέα που δεν βρίσκεται στην υφιστάμενη λίστα, εφόσον αποδειχθεί με αντιπροσωπευτικά στοιχεία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι πληροί τα σχετικά κριτήρια. Η τεκμηρίωση πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα τουλάχιστον τριών πρόσφατων ετών και να έχει επαληθευθεί από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, επομένως η διαδικασία δεν ισοδυναμεί με αυτόματη διεύρυνση των δικαιούχων. Απαιτείται προηγουμένως ειδική τεκμηρίωση και αξιολόγηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η νέα ενίσχυση συνοδεύεται από επενδυτική υποχρέωση. Το CISAF απαιτεί από τους δικαιούχους να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% της χορηγούμενης ενίσχυσης σε επενδύσεις που μειώνουν το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος και συμβάλλουν στην απανθρακοποίηση της παραγωγής. Οι επιλέξιμες κατευθύνσεις περιλαμβάνουν παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση, βελτίωση ενεργειακής αποδοτικότητας, ευελιξία ζήτησης και εξηλεκτρισμό παραγωγικών διεργασιών. Οι επενδύσεις πρέπει να υλοποιούνται εντός των χρονικών ορίων του καθεστώτος.
Για μια επιλέξιμη μονάδα τροφίμων, η υποχρέωση αυτή μπορεί να συνδεθεί με επενδύσεις που μειώνουν μόνιμα την ηλεκτρική κατανάλωση ή μετακινούν φορτία σε ώρες χαμηλότερης επιβάρυνσης του συστήματος. Έργα αυτοπαραγωγής από ΑΠΕ, συστήματα αποθήκευσης, αποδοτικότερος ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός και τεχνολογίες demand response βρίσκονται στις κατηγορίες που αναγνωρίζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο, υπό τους ειδικότερους όρους που θα ενσωματωθούν στην ελληνική εφαρμογή. Η επιλεξιμότητα κάθε δαπάνης θα κριθεί από τους τελικούς εθνικούς όρους.
Το ύψος της επιδότησης σε ευρώ ανά MWh δεν έχει οριστικοποιηθεί ως ενιαίο ποσό για όλους τους δικαιούχους. Δημοσιεύματα της ενεργειακής αγοράς τοποθετούν τη μεσοσταθμική ελάφρυνση περίπου στα 20 έως 25 ευρώ/MWh για μέρος των επιχειρήσεων, όμως ο τελικός υπολογισμός θα εξαρτηθεί από τη μέση χονδρεμπορική τιμή, την επιλέξιμη κατανάλωση, την κατηγορία της επιχείρησης και το συνολικό δημοσιονομικό όριο των 95 εκατ. ευρώ.
Η καταβολή της ενίσχυσης συνδέεται με την ολοκλήρωση της διαδικασίας κρατικών ενισχύσεων και την έγκριση του ελληνικού σχήματος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι κυβερνητικές ανακοινώσεις τοποθετούν την εφαρμογή αναδρομικά σε καταναλώσεις του 2026, ενώ οι πληρωμές αναμένονται το 2027. Η χρονική απόσταση μεταξύ κατανάλωσης και πληρωμής σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχίσουν ενδιάμεσα να χρηματοδοτούν το τρέχον ενεργειακό κόστος από τη δική τους ρευστότητα.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, η επόμενη τεχνική πληροφορία που απαιτείται είναι η ακριβής αντιστοίχιση των ευρωπαϊκών κωδικών NACE με τους ελληνικούς ΚΑΔ και οι διοικητικοί όροι υποβολής. Μέχρι να δημοσιευθεί το ελληνικό καθεστώς, ασφαλής βάση αποτελούν οι δραστηριότητες που κατονομάζονται στο Παράρτημα Ι των CEEAG, τα όρια επιλέξιμης κατανάλωσης και η επενδυτική υποχρέωση που προβλέπουν τα ευρωπαϊκά πλαίσια CISAF και METSAF.