Ερευνητές εντόπισαν μικροπλαστικά σε σχεδόν όλα τα δείγματα γαλακτοκομικών που εξέτασαν, με τα ώριμα τυριά να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις
Από 1.280 έως 1.857 μικροπλαστικά σωματίδια ανά κιλό τυριού εντόπισαν ερευνητές σε νέα μελέτη που εξέτασε την παρουσία μικροπλαστικών σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Science of Food της Nature Portfolio και πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του University of Padova στην Ιταλία, του European Center for the Sustainable Impact of Nanotechnology (ECSIN) και του University College Dublin στην Ιρλανδία.
Οι ερευνητές ανέλυσαν συνολικά 28 δείγματα γαλακτοκομικών προϊόντων, τα οποία περιλάμβαναν γάλα, φρέσκα τυριά και ώριμα τυριά. Στόχος της μελέτης ήταν να καταγραφεί η παρουσία μικροπλαστικών, να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά τους και να συγκριθούν τα επίπεδα επιμόλυνσης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών προϊόντων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα ώριμα τυριά εμφάνισαν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις μικροπλαστικών, με μέσο επίπεδο 1.857 σωματίδια ανά κιλό. Ακολούθησαν τα φρέσκα τυριά με 1.280 μικροπλαστικά ανά κιλό, ενώ στο γάλα καταγράφηκαν κατά μέσο όρο 350 μικροπλαστικά ανά κιλό.
Από τα 28 δείγματα που εξετάστηκαν, μικροπλαστικά ανιχνεύθηκαν στα 26. Συνολικά εντοπίστηκαν 266 πλαστικά σωματίδια που ανήκαν σε 20 διαφορετικές κατηγορίες πολυμερών. Τα συχνότερα υλικά ήταν το πολυαιθυλενοτερεφθαλικό (PET), το πολυαιθυλένιο (PE) και το πολυπροπυλένιο (PP), πλαστικά που χρησιμοποιούνται ευρέως σε συσκευασίες τροφίμων και σε βιομηχανικό εξοπλισμό. Η ανάλυση έδειξε ότι τα περισσότερα μικροπλαστικά είχαν μέγεθος μικρότερο από 150 μικρόμετρα, ενώ το συνηθέστερο εύρος ήταν από 51 έως 100 μικρόμετρα. Το 77,4% των σωματιδίων είχε ακανόνιστο σχήμα θραύσματος και το 22,2% μορφή ινών. Το κυρίαρχο χρώμα ήταν το γκρι, ακολουθούμενο από το καφέ και το μαύρο.
Αν και οι επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην ανθρώπινη υγεία εξακολουθούν να ερευνώνται, η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία έχει συνδέσει την έκθεση σε αυτά τα σωματίδια με φλεγμονώδεις αντιδράσεις, οξειδωτικό στρες, διαταραχές στο μικροβίωμα του εντέρου και πιθανή μεταφορά χημικών ουσιών που περιέχονται στα πλαστικά. Σύμφωνα με ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο Current Research in Food Science, τα μικροπλαστικά μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως φορείς άλλων περιβαλλοντικών ρύπων, γεγονός που έχει εντείνει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας για τη μακροχρόνια έκθεση μέσω της διατροφής. Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο πραγματικός κίνδυνος για τον άνθρωπο από τις ποσότητες που καταναλώνονται καθημερινά μέσω των τροφίμων.
Η παρουσία μικροπλαστικών στα γαλακτοκομικά μπορεί να προκύπτει σε διάφορα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Πιθανές πηγές είναι οι πλαστικές συσκευασίες, τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα κατά την επεξεργασία, οι σωληνώσεις, τα δοχεία αποθήκευσης, καθώς και συνθετικές ίνες που προέρχονται από τον εξοπλισμό ή το περιβάλλον παραγωγής. Τα υψηλότερα επίπεδα που καταγράφηκαν στα τυριά ενδέχεται να σχετίζονται με τη διαδικασία της τυροκόμησης. Κατά την παραγωγή τυριού απομακρύνεται ο ορός γάλακτος και μειώνεται η συνολική μάζα του προϊόντος, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση των μικροπλαστικών που ήδη υπάρχουν στο γάλα. Στα ώριμα τυριά η απώλεια υγρασίας κατά την ωρίμανση και ο μεγαλύτερος χρόνος επεξεργασίας μπορεί να αυξάνουν περαιτέρω τη συγκέντρωση των σωματιδίων.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι η παραγωγή τυριού περιλαμβάνει πολλαπλά στάδια, όπως η κοπή του τυροπήγματος, η μορφοποίηση, η πίεση, η ωρίμανση και η αποθήκευση, κατά τα οποία το προϊόν έρχεται σε επαφή με εξοπλισμό και υλικά που ενδέχεται να αποτελούν πηγές μικροπλαστικών. Επιπλέον, η παρατεταμένη αποθήκευση και η χρήση πλαστικών υλικών συσκευασίας μπορούν να συμβάλουν στην επιμόλυνση.
Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την εκτεταμένη μόλυνση από μικροπλαστικά στα γαλακτοκομικά προϊόντα. Οι ερευνητές τονίζουν πως, η συγκέντρωση μικροπλαστικών διαφέρει σημαντικά μεταξύ των διαφόρων γαλακτοκομικών προϊόντων και ότι ο τύπος του προϊόντος, η διαδικασία παραγωγής και τα υλικά συσκευασίας επηρεάζουν τα επίπεδα επιμόλυνσης. Παράλληλα ζητούν περαιτέρω έρευνα σε όλα τα στάδια της παραγωγικής αλυσίδας προκειμένου να εντοπιστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι πηγές των μικροπλαστικών και να αναπτυχθούν μέτρα περιορισμού της παρουσίας τους στα τρόφιμα.