Η άνοδος των φυτικών εναλλακτικών γάλακτος, αλλάζει τις ισορροπίες στην αγορά γάλακτος, χωρίς όμως να εξηγεί από μόνη της τη μείωση της κατανάλωσης
Η ταχεία ανάπτυξη των φυτικών ροφημάτων τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει την αγορά του αγελαδινού γάλακτος στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς όμως να αποτελεί τον βασικό λόγο της μακροχρόνιας μείωσης της κατανάλωσής του. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης των Sangwon Lee και Daniel A. Sumner από το Τμήμα Αγροτικής και Περιβαλλοντικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις (University of California, Davis), η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Policy.
Η έρευνα εξετάζει πώς η διεύρυνση της παρουσίας φυτικών ροφημάτων, όπως τα προϊόντα με βάση το αμύγδαλο, τη σόγια και τη βρόμη, επηρέασε τις τιμές και τις πωλήσεις του αγελαδινού γάλακτος στις ΗΠΑ. Για τον σκοπό αυτό οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία αγορών νοικοκυριών και δεδομένα λιανικής πώλησης για την περίοδο 2018-2020, αναλύοντας εκατοντάδες διαφορετικά προϊόντα γάλακτος και φυτικών εναλλακτικών.
Η μελέτη διαπιστώνει ότι τα φυτικά ροφήματα ανταγωνίζονται περισσότερο τις ακριβότερες κατηγορίες αγελαδινού γάλακτος, όπως το βιολογικό και το γάλα χωρίς λακτόζη, παρά το συμβατικό γάλα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, εάν τα φυτικά ροφήματα δεν ήταν διαθέσιμα στην αγορά, οι πωλήσεις βιολογικού γάλακτος θα ήταν κατά 14,5% υψηλότερες, οι πωλήσεις γάλακτος χωρίς λακτόζη κατά 10,2% υψηλότερες και οι πωλήσεις συμβατικού γάλακτος κατά 7,7% υψηλότερες.
Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι η συνολική κατανάλωση αγελαδινού γάλακτος θα αυξανόταν κατά περίπου 1,46 γαλόνια ετησίως ανά νοικοκυριό εάν δεν υπήρχαν φυτικά ροφήματα στην αγορά. Παράλληλα, εκτιμούν ότι κάθε γαλόνι φυτικού ροφήματος αντικαθιστά κατά μέσο όρο 0,68 γαλόνια αγελαδινού γάλακτος.
Το εύρημα αυτό δείχνει ότι τα δύο προϊόντα λειτουργούν ως υποκατάστατα, χωρίς όμως η αύξηση των φυτικών επιλογών να εξηγεί από μόνη της τη σημαντική πτώση που καταγράφεται στην κατανάλωση γάλακτος εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ. Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η μείωση της κατανάλωσης αγελαδινού γάλακτος ξεκίνησε πολύ πριν από την εμφάνιση και εξάπλωση των φυτικών προϊόντων και συνδέεται με ευρύτερες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών.
Η έρευνα καταγράφει επίσης διαφορές στο προφίλ των καταναλωτών. Όσοι αγοράζουν κυρίως βιολογικό ή γάλα χωρίς λακτόζη εμφανίζονται πιο πιθανό να αγοράσουν και φυτικά ροφήματα σε σχέση με όσους προτιμούν το συμβατικό γάλα. Επιπλέον, οι νεότεροι και περισσότερο μορφωμένοι καταναλωτές εμφανίζουν μεγαλύτερη προτίμηση τόσο στα φυτικά ροφήματα όσο και στα βιολογικά γαλακτοκομικά προϊόντα.
Κατά την τελευταία εικοσαετία η αγορά φυτικών ροφημάτων γνώρισε σημαντική ανάπτυξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιδιαίτερα το αμυγδαλόγαλα ενίσχυσε θεαματικά το μερίδιό του, ξεπερνώντας το γάλα σόγιας και φτάνοντας να κυριαρχεί στην κατηγορία. Παράλληλα, τα προϊόντα αυτά μεταφέρθηκαν σταδιακά από τα εξειδικευμένα ράφια στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ, όπου ανταγωνίζονται άμεσα τα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η μεγαλύτερη πίεση από την ανάπτυξη των φυτικών ροφημάτων φαίνεται να ασκείται στον τομέα του βιολογικού γάλακτος, καθώς οι δύο κατηγορίες απευθύνονται συχνά σε παρόμοιες ομάδες καταναλωτών. Αντίθετα, η επίδραση στο συμβατικό αγελαδινό γάλα είναι αισθητά μικρότερη.
Συνολικά, η μελέτη καταλήγει ότι η άνοδος των φυτικών ροφημάτων έχει επηρεάσει τις πωλήσεις του αγελαδινού γάλακτος και έχει μεταβάλει τις ισορροπίες στην αγορά, ιδιαίτερα στις κατηγορίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη πτώση της κατανάλωσης αγελαδινού γάλακτος στις ΗΠΑ δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εξάπλωση των φυτικών εναλλακτικών προϊόντων, καθώς πρόκειται για μια τάση που προϋπήρχε και συνεχίζεται για δεκαετίες.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0306919226000862
Πηγή:
Sangwon Lee και Daniel A. Sumner, University of California, Davis, «Estimating plant-based milk impacts on U.S. fluid milk prices and quantities», Food Policy, 2026.