Εξήντα δύο κρούσματα Salmonella Stanley ST2045 έχουν καταγραφεί σε εννέα χώρες από τον Ιανουάριο του 2026, με παιδιά και νεαρούς ενήλικες να αποτελούν μεγάλο μέρος των ασθενών
Συναγερμός έχει σημάνει στις ευρωπαϊκές υγειονομικές αρχές λόγω πολυκρατικής έξαρσης της σαλμονέλας Salmonella Stanley ST2045, με δεκάδες επιβεβαιωμένα κρούσματα σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες. Η διερεύνηση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί η πηγή μετάδοσης. Η επιδημιολογική επιτήρηση ενεργοποιήθηκε έπειτα από ενημέρωση της Δανίας μέσω της ευρωπαϊκής πλατφόρμας EpiPulse. Από τον Ιανουάριο έως και τις 6 Μαΐου 2026 έχουν καταγραφεί συνολικά 62 περιστατικά λοίμωξης από Salmonella Stanley ST2045 σε εννέα χώρες: Αυστρία, Τσεχία, Εσθονία, Γαλλία, Γερμανία, Λιθουανία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα περισσότερα κρούσματα συνδέονται με εγχώρια μετάδοση και όχι με ταξίδια. Μεγάλο ποσοστό των ασθενών είναι παιδιά και νεαροί ενήλικες, ενώ έχουν αναφερθεί και νοσηλείες σε αρκετές από τις χώρες που συμμετέχουν στην έρευνα. Οι εργαστηριακές αναλύσεις δείχνουν ότι τα βακτηριακά στελέχη που απομονώθηκαν από τους ασθενείς παρουσιάζουν πολύ στενή γενετική συγγένεια, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι τα περιστατικά συνδέονται μεταξύ τους και πιθανόν προέρχονται από κοινή πηγή έκθεσης. Μέχρι στιγμής, στο συγκεκριμένο γενετικό σύμπλεγμα έχουν εντοπιστεί μόνο ανθρώπινα δείγματα.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (European Centre for Disease Prevention and Control) εκτιμά ότι η γεωγραφική διασπορά των περιστατικών και η χρονική τους κατανομή παραπέμπουν σε κοινή εστία μόλυνσης, πιθανότατα μέσω τροφίμων. Η αυξημένη παρουσία παιδιών και νεαρών ατόμων μεταξύ των κρουσμάτων εξετάζεται ως πιθανή ένδειξη συγκεκριμένων διατροφικών συνηθειών ή κοινής καταναλωτικής έκθεσης.
Οι έρευνες επικεντρώνονται πλέον σε επιδημιολογικές συνεντεύξεις με ασθενείς, στη χαρτογράφηση πιθανών κοινών σημείων έκθεσης και στη σύγκριση νέων εργαστηριακών δεδομένων. Οι αρχές των κρατών που συμμετέχουν στην έρευνα καλούνται να κοινοποιούν άμεσα επιδημιολογικά και μικροβιολογικά στοιχεία μέσω του EpiPulse, καθώς και δεδομένα γονιδιωματικής αλληλούχισης των απομονωμένων στελεχών. Το ECDC παρακολουθεί την εξέλιξη της επιδημίας σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές δημόσιας υγείας και την European Food Safety Authority, με στόχο τον εντοπισμό της πηγής και τον περιορισμό περαιτέρω διασποράς.