Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων ολοκλήρωσε την αξιολόγηση κινδύνου για μια νέα δραστική ουσία μικροβιακής προέλευσης, το στέλεχος R444 του μύκητα Beauveria bassiana, το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως βιολογικό φυτοπροστατευτικό. Η πρόταση αφορά την αντιμετώπιση εντόμων σε καλλιέργειες ντομάτας και ακάρεων σε πυρηνόκαρπα, με εφαρμογή μέσω ψεκασμού.
Η EFSA δεν εντόπισε κρίσιμα προβλήματα ως προς την ταυτότητα του μικροοργανισμού, τις φυσικές, χημικές και τεχνικές ιδιότητες του αντιπροσωπευτικού σκευάσματος ή τις αναλυτικές μεθόδους. Παράλληλα, έκρινε ότι οι προτεινόμενες χρήσεις παρουσιάζουν επαρκή εντομοκτόνο και ακαρεοκτόνο αποτελεσματικότητα απέναντι στους οργανισμούς-στόχους. Ωστόσο, η αξιολόγηση δεν έκλεισε χωρίς εκκρεμότητες, καθώς στο επίκεντρο βρέθηκε μια δευτερογενής ουσία που μπορεί να παράγεται από τον μύκητα, η μπεαουβερικίνη.
Η Beauveria bassiana είναι μύκητας που χρησιμοποιείται ως δραστικός μικροοργανισμός σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Το στέλεχος R444 είναι διαφορετικό από στελέχη του ίδιου είδους που έχουν ήδη αξιολογηθεί ή εγκριθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δράση του βασίζεται στην προσβολή των εντόμων και ακάρεων-στόχων από τον μύκητα, ενώ στο πλαίσιο της αξιολόγησης εξετάζονται παράλληλα και οι ουσίες που μπορεί να παράγει ο μικροοργανισμός.
Στην περίπτωση του R444, η ουσία που συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της EFSA ήταν η μπεαουβερικίνη. Πρόκειται για δευτερογενή μεταβολίτη, δηλαδή ουσία που μπορεί να παράγεται από τον μικροοργανισμό και η οποία χρειάζεται ξεχωριστή τοξικολογική αξιολόγηση. Η EFSA εντόπισε κενό δεδομένων σχετικά με το γενικό τοξικολογικό προφίλ της μπεαουβερικίνης. Χωρίς τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν είναι δυνατό να ολοκληρωθεί ποσοτικά η αξιολόγηση του σχετικού κινδύνου.
Υπάρχει όμως μια σημαντική διάκριση. Η EFSA αναφέρει ότι ο μηχανισμός δεν παρουσιάζει γονοτοξικό δυναμικό, ενώ ο κίνδυνος από μη διατροφική έκθεση στους μεταβολίτες θεωρείται απίθανος. Το πρόβλημα αφορά κυρίως το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα ώστε να προσδιοριστεί με ασφάλεια το πλήρες προφίλ γενικής τοξικότητας της μπεαουβερικίνης και να γίνει ολοκληρωμένος ποσοτικός υπολογισμός του κινδύνου.
Η παρουσία της συγκεκριμένης ουσίας δεν αποτελεί άγνωστο ζήτημα για τη ρύθμιση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων με Beauveria bassiana. Για παράδειγμα, σε ήδη εγκεκριμένα στελέχη στην ΕΕ έχουν τεθεί ανώτατα επίπεδα μπεαουβερικίνης στα σκευάσματα, γεγονός που δείχνει γιατί η συγκέντρωση και η πιθανή παραγωγή του μεταβολίτη παρακολουθούνται ξεχωριστά. Για το στέλεχος 203, που έχει εγκριθεί για συγκεκριμένη χρήση, το ανώτατο επίπεδο στο σκεύασμα έχει καθοριστεί στα 80 μικρογραμμάρια ανά κιλό.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι μπορεί να φτάσει στα τρόφιμα
Η σημαντικότερη εκκρεμότητα της νέας αξιολόγησης αφορά τα κατάλοιπα στις καλλιέργειες. Η EFSA αναφέρει ότι χωρίς δεδομένα που να δείχνουν εάν υπάρχει μπεαουβερικίνη μετά την εφαρμογή του R444, η αξιολόγηση της έκθεσης των καταναλωτών δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την πιθανότητα να παραμείνει μπεαουβερικίνη που υπήρχε ήδη στο φυτοπροστατευτικό προϊόν. Οι ερευνητές πρέπει να εξετάσουν και το ενδεχόμενο παραγωγής της ουσίας πάνω ή μέσα στο φυτό μετά την εφαρμογή του ζωντανού μικροοργανισμού. Για τον λόγο αυτό η EFSA ζητά στοιχεία τόσο για την παρουσία μη ζωντανών καταλοίπων όσο και για πιθανό σχηματισμό της ουσίας επί τόπου από το στέλεχος R444 υπό τις πραγματικές συνθήκες χρήσης.
Η εκκρεμότητα αυτή έχει άμεση σχέση με την πρόταση για την ένταξη του R444 στο Παράρτημα IV του ευρωπαϊκού κανονισμού για τα ανώτατα επίπεδα καταλοίπων φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα. Η EFSA σημειώνει ότι, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, κανένα από τα πέντε κριτήρια που προβλέπονται στη σχετική καθοδήγηση δεν θεωρήθηκε ότι πληρούται για το συγκεκριμένο στέλεχος. Με άλλα λόγια, δεν έχει τεκμηριωθεί ακόμη επαρκώς ότι μπορεί να εξαιρεθεί από την ανάγκη καθορισμού ή αξιολόγησης καταλοίπων με τον τρόπο που απαιτεί το κανονιστικό πλαίσιο. Παράλληλα, στο περιβαλλοντικό σκέλος δεν ολοκληρώθηκε η εκτίμηση της έκθεσης στη μπεαουβερικίνη. Η EFSA θεωρεί ότι η συγκέντρωσή της στο σκεύασμα για τις προτεινόμενες χρήσεις είναι χαμηλή και ότι η παραγωγή της εκτός συγκεκριμένων περιβαλλοντικών συνθηκών, όπως σε μολυσμένα αρθρόποδα, στη ριζόσφαιρα ή στους φυτικούς ιστούς, θεωρείται περιορισμένη. Ωστόσο, η απουσία επαρκών δεδομένων σημαίνει ότι το συγκεκριμένο τμήμα της αξιολόγησης δεν έχει κλείσει.
Υπάρχουν επίσης εκκρεμότητες στην οικοτοξικολογία. Η EFSA κατέληξε σε χαμηλό κίνδυνο για θηλαστικά, υδρόβιους οργανισμούς, μέλισσες και οργανισμούς του εδάφους. Δεν κατέληξε όμως σε οριστικό συμπέρασμα για τα πτηνά ως προς την από του στόματος έκθεση σε δευτερογενείς μεταβολίτες που προέρχονται από μολυσμένα έντομα. Αντίστοιχα, για μη στοχευόμενα αρθρόποδα εκτός των μελισσών παραμένει ανολοκλήρωτη η αξιολόγηση σχετικά με μολυσματικότητα, παθογένεια και τοξικότητα από τους δευτερογενείς μεταβολίτες.
Η γνώμη της EFSA δημοσιεύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026.