Μια νέα εργαστηριακή μελέτη φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα έχει εξεταστεί ελάχιστα στα συμπληρώματα πρωτεΐνης φυτικής προέλευσης. Οι ερευνητές ανέλυσαν εμπορικά διαθέσιμα συμπυκνώματα πρωτεΐνης από σόγια, ρύζι, αρακά, κάνναβη και κολοκυθόσπορο και αναζήτησαν ταυτόχρονα πέντε διαφορετικές κατηγορίες χημικών ρύπων. Το εύρημα που ξεχωρίζει αφορά τις PFAS, τις λεγόμενες «παντοτινές χημικές ουσίες», καθώς εντοπίστηκαν και στα πέντε δείγματα που εξετάστηκαν. Πρόκειται για πέντε δείγματα, ένα από κάθε κατηγορία φυτικής πρωτεΐνης, επομένως το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι όλα τα συμπληρώματα φυτικής πρωτεΐνης που πωλούνται διεθνώς περιέχουν PFAS. Δείχνει όμως ότι οι συγκεκριμένες ουσίες μπορούν να εμφανίζονται σε τέτοια προϊόντα και ότι απαιτείται πολύ μεγαλύτερη έρευνα για να διαπιστωθεί πόσο συχνό είναι το φαινόμενο.
Οι PFAS βρέθηκαν και στα πέντε δείγματα
Η ανάλυση έδειξε συνολικές συγκεντρώσεις PFAS από 724 έως 3.010 νανογραμμάρια ανά γραμμάριο προϊόντος, με την υψηλότερη συνολική συγκέντρωση να καταγράφεται στο δείγμα πρωτεΐνης σόγιας. Ανάμεσα στις ουσίες που εντοπίστηκαν κυριάρχησαν η PFHxA και η PFOS, ενώ η PFHxA έφτασε σύμφωνα με τα αναλυτικά δεδομένα σε ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση στο δείγμα σόγιας. Το εύρημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στην απλή καταγραφή των συγκεντρώσεων. Υπολόγισαν και τον πιθανό μη καρκινογόνο κίνδυνο από την έκθεση στις PFAS, χρησιμοποιώντας για την αξιολόγηση τις τέσσερις ουσίες για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων έχει καθορίσει ομαδική ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη, δηλαδή τις PFOA, PFOS, PFNA και PFHxS. Στους υπολογισμούς της μελέτης, ο δείκτης κινδύνου από τις PFAS ήταν ιδιαίτερα υψηλός και ο συνολικός δείκτης μη καρκινογόνου κινδύνου έφτασε το 260,74 στο δείγμα πρωτεΐνης ρυζιού. Στην πρωτεΐνη κάνναβης ο αντίστοιχος συνολικός δείκτης ήταν περίπου 32.
Ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η κατανάλωση ενός προϊόντος προκαλεί άμεσα ασθένεια ούτε ότι το συγκεκριμένο συμπλήρωμα είναι αποδεδειγμένα επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Πρόκειται για αποτέλεσμα μοντελοποίησης της έκθεσης με συγκεκριμένες παραδοχές. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι PFAS αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα στον υπολογισμένο σωρευτικό μη καρκινογόνο κίνδυνο ήταν το βασικό εύρημα που ανέδειξαν οι συγγραφείς.
Η EFSA έχει καθορίσει για το άθροισμα των PFOA, PFOS, PFNA και PFHxS ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη 4,4 νανογραμμαρίων ανά κιλό σωματικού βάρους. Το όριο βασίστηκε κυρίως στην επίδραση των PFAS στη μείωση της ανοσολογικής απόκρισης μετά τον εμβολιασμό. Η EFSA επισημαίνει επίσης ότι οι άνθρωποι εκτίθενται στις ουσίες αυτές μέσω τροφίμων, περιβάλλοντος και καταναλωτικών προϊόντων και ότι μπορούν να περάσουν στα τρόφιμα από μολυσμένο έδαφος και νερό, από ζωοτροφές και νερό, αλλά και από υλικά συσκευασίας ή εξοπλισμό επεξεργασίας.
Δεν βρέθηκαν μόνο PFAS
Το ενδιαφέρον της έρευνας είναι ότι εξέτασε πολλές διαφορετικές κατηγορίες χημικών ουσιών στο ίδιο προϊόν. Εκτός από PFAS, οι ερευνητές αναζήτησαν μυκοτοξίνες, νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες και 5-υδροξυμεθυλοφουρφουράλη, μια ουσία που μπορεί να σχηματίζεται κατά την επεξεργασία τροφίμων με θερμότητα. Οι μυκοτοξίνες ήταν ευρέως διαδεδομένες στα πέντε δείγματα. Η δεοξυνιβαλενόλη κυμάνθηκε από 3,34 έως 27,6 μικρογραμμάρια ανά κιλό, ενώ η HT-2 έφτασε έως τα 33,8 μικρογραμμάρια ανά κιλό και η T-2 έως τα 13,9 μικρογραμμάρια ανά κιλό. Οι συγκεκριμένες συγκεντρώσεις, σύμφωνα με τη μελέτη, παρέμειναν κάτω από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά κανονιστικά επίπεδα. Ωστόσο, σε ένα από τα δείγματα η συνδυασμένη εκτίμηση για τις T-2 και HT-2 ξεπέρασε οριακά τη μονάδα, γεγονός που οι ερευνητές συνυπολόγισαν στην αξιολόγηση του συνολικού κινδύνου.
Ιδιαίτερο εύρημα ήταν και η ωχρατοξίνη Α, η οποία ανιχνεύθηκε κυρίως στις πρωτεΐνες ρυζιού και αρακά. Στο δείγμα πρωτεΐνης ρυζιού καταγράφηκε συγκέντρωση που έφτασε τα 6,15 μικρογραμμάρια ανά κιλό, επίπεδο που οι ερευνητές συνέκριναν με το ευρωπαϊκό όριο των 5 μικρογραμμαρίων ανά κιλό. Η παρουσία μυκοτοξινών συνδέεται με την προέλευση των φυτικών πρώτων υλών, τις συνθήκες καλλιέργειας, αποθήκευσης και επεξεργασίας τους.
Στα φυτοφάρμακα η εικόνα ήταν σαφώς διαφορετική. Από 56 νεονικοτινοειδείς ουσίες που εξετάστηκαν, εντοπίστηκαν μόνο η κλοθειανιδίνη και η θειαμεθοξάμη και σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Η κλοθειανιδίνη βρέθηκε σε αρκετά δείγματα, με επίπεδα από 1,13 έως 2,73 μικρογραμμάρια ανά κιλό, ενώ η θειαμεθοξάμη εντοπίστηκε μόνο στην πρωτεΐνη από κολοκυθόσπορο.
Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες ήταν κυρίως ενώσεις χαμηλού μοριακού βάρους, όμως οι υπολογισμοί για τη διά βίου καρκινογόνο έκθεση πλησίασαν τα επίπεδα αναφοράς στα δείγματα πρωτεΐνης κάνναβης και κολοκυθόσπορου. Παράλληλα, η 5-υδροξυμεθυλοφουρφουράλη παρουσίασε τεράστιες διαφορές ανάμεσα στα προϊόντα. Η υψηλότερη τιμή καταγράφηκε στην πρωτεΐνη αρακά, στοιχείο που οι ερευνητές συνδέουν πιθανότατα με πιο έντονη θερμική επεξεργασία. Η μελέτη καταγράφει ότι η συγκέντρωση της ουσίας στον αρακά ήταν πολλαπλάσια από εκείνη που μετρήθηκε στη σόγια και στο ρύζι.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας βρίσκεται επομένως όχι στην ιδέα ότι οι φυτικές πρωτεΐνες είναι γενικά «επικίνδυνες», αλλά στο ότι ένα προϊόν που καταναλώνεται ως συμπλήρωμα υψηλής συγκέντρωσης πρωτεΐνης μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα φορέα διαφορετικών χημικών καταλοίπων. Οι ίδιοι οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι χρειάζεται συστηματικότερη παρακολούθηση, περισσότερα δείγματα και καλύτερος ποιοτικός έλεγχος. Η μικρή έκταση της έρευνας, με μόλις πέντε εμπορικά δείγματα, δεν επιτρέπει γενίκευση για ολόκληρη την αγορά, αλλά δημιουργεί ένα συγκεκριμένο ερευνητικό ερώτημα για την παρουσία PFAS και άλλων ρύπων στα συμπληρώματα φυτικής πρωτεΐνης.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο NFS Journal τον Αύγουστο του 2026.
Φωτογραφία Shutterstock
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.