Νέες επιστημονικές στρατηγικές προτείνουν πιο ευέλικτη και στοχευμένη αξιολόγηση κινδύνου για τις βιοτεχνολογικές πρωτεΐνες, καθώς η υπάρχουσα μεθοδολογία δεν επαρκεί για τις ανάγκες του σήμερα
Οι σημερινές στρατηγικές αξιολόγησης κινδύνου για τις πρωτεΐνες που προκύπτουν από γενετικά τροποποιημένα φυτά σχεδιάστηκαν πριν από είκοσι χρόνια, σε ένα τεχνολογικό και επιστημονικό πλαίσιο πολύ διαφορετικό από το σημερινό. Η αύξηση του αριθμού και της ποικιλομορφίας των νέων πρωτεϊνών, σε συνδυασμό με την είσοδο στην αγορά καινοτόμων προϊόντων με σύνθετη γονιδιακή έκφραση, καθιστούν τις παλαιότερες μεθόδους ακατάλληλες ή ελλιπείς. Οι κλασικές δοκιμές in vitro και in vivo δεν επαρκούν για την ολιστική κατανόηση των ενδεχόμενων κινδύνων και οι διεθνείς οδηγίες του Codex Alimentarius που εφαρμόζονται από το 2003 αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.
Η πρόταση για μια νέα στρατηγική βασίζεται στην αρχή της σταδιακής αξιολόγησης, όπου το είδος της απαιτούμενης επιστημονικής τεκμηρίωσης εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της κάθε πρωτεΐνης. Αντί να εφαρμόζεται το ίδιο πρωτόκολλο σε κάθε περίπτωση, προτείνεται μια πιο στοχευμένη και ευέλικτη προσέγγιση που θα λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως η φυλογενετική συγγένεια με γνωστές πρωτεΐνες, η ιστορική ασφαλής χρήση, η πιθανή αλλεργιογένεση ή τοξικότητα, καθώς και ο βαθμός έκθεσης μέσω της διατροφής. Τα υπολογιστικά εργαλεία, η προσομοίωση της ανθρώπινης πέψης στο εργαστήριο και οι μακροπρόθεσμες μελέτες μετά τη διάθεση στην αγορά προτείνονται ως κρίσιμα συμπληρώματα της παραδοσιακής τοξικολογικής προσέγγισης.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία της δημόσιας υγείας και την προώθηση της καινοτομίας. Χωρίς μια επικαιροποιημένη και επιστημονικά εύκαμπτη στρατηγική, ενδέχεται να υπονομευθεί η ανάπτυξη ασφαλών, βιώσιμων και αποτελεσματικών βιοτεχνολογικών λύσεων στη διατροφή.