Ένα νέο συστατικό με βάση το καρότο μπορεί πλέον να κυκλοφορεί στην ευρωπαϊκή αγορά, μετά την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως νέου τροφίμου. Πρόκειται για εκχύλισμα καρότου εμπλουτισμένο με ραμνογαλακτουρονάνη Ι, γνωστό ως cRG-I, το οποίο προέρχεται από υποπροϊόντα της επεξεργασίας καρότου. Η έγκριση επιτρέπει τη χρήση του σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων και συμπληρωμάτων, ενώ η άδεια τέθηκε σε ισχύ από τις 2 Ιουλίου 2026. Η απόφαση περιλαμβάνεται στον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2026/1306 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η πρώτη ύλη του συστατικού είναι ο πολτός καρότου που απομένει μετά την παραγωγή χυμού, ένα υλικό που μέχρι σήμερα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως παραπροϊόν της βιομηχανικής επεξεργασίας. Μέσω ειδικής επεξεργασίας απομονώνεται ένα κλάσμα πλούσιο σε ραμνογαλακτουρονάνη Ι, έναν πολυσακχαρίτη που αποτελεί φυσικό συστατικό της πηκτίνης των φυτών. Η αξιοποίηση του υλικού εντάσσεται έτσι στη λογική της ανακύκλωσης πρώτων υλών και της κυκλικής οικονομίας, καθώς ένα μέρος της πρώτης ύλης που διαφορετικά θα παρέμενε ως υπόλειμμα μετατρέπεται σε συστατικό με εφαρμογές στη βιομηχανία τροφίμων.
Τι προβλέπει η ευρωπαϊκή έγκριση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το cRG-I ως νέο τρόφιμο και το πρόσθεσε στον ενωσιακό κατάλογο των εγκεκριμένων νέων τροφίμων. Η άδεια αφορά τρόφιμα για τον γενικό πληθυσμό, συμπληρώματα διατροφής, τρόφιμα για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς και υποκατάστατα γευμάτων για τον έλεγχο του σωματικού βάρους, με ορισμένους περιορισμούς στις ηλικιακές ομάδες. Η αρχική αίτηση είχε περιλάβει και χρήση σε βρέφη και μικρά παιδιά, όμως αυτή εξαιρέθηκε από την τελική αίτηση.
Υπάρχει όμως μια αξιοσημείωτη αλλαγή στην ονομασία του προϊόντος. Παρότι η αίτηση αφορούσε «εμπλουτισμένες με ραμνογαλακτουρονάνη Ι ίνες καρότου», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να χρησιμοποιείται ο όρος «εκχύλισμα καρότου εμπλουτισμένο με ραμνογαλακτουρονάνη Ι». Ο λόγος είναι ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων δεν αξιολόγησε αν το συγκεκριμένο υλικό πληροί τον νομικό ορισμό των «φυτικών ινών» που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Επομένως, η χρήση του όρου «ίνες» κρίθηκε δυνητικά παραπλανητική ως προς τη διατροφική σύσταση του συστατικού.
Η έγκριση έχει επίσης πενταετή περίοδο προστασίας των επιστημονικών δεδομένων. Για πέντε χρόνια από τις 2 Ιουλίου 2026, μόνο η εταιρεία που υπέβαλε την αίτηση μπορεί να διαθέτει το συγκεκριμένο νέο τρόφιμο στην αγορά βάσει των προστατευόμενων επιστημονικών δεδομένων, εκτός εάν άλλος αιτών εξασφαλίσει ανεξάρτητη έγκριση ή λάβει τη σχετική συναίνεση.
Το συγκεκριμένο συστατικό έχει αναπτυχθεί κυρίως με στόχο εφαρμογές που σχετίζονται με το εντερικό μικροβίωμα και την ανοσολογική λειτουργία. Προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει κατά πόσο η ραμνογαλακτουρονάνη Ι μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση του μικροβιώματος, μεταξύ άλλων ενισχύοντας την παρουσία ωφέλιμων βακτηρίων όπως τα Bifidobacterium και αυξάνοντας την παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστατικού είναι ότι οι προτεινόμενες χρήσεις του βασίζονται σε πολύ μικρή ημερήσια ποσότητα. Τα διαθέσιμα δεδομένα που παρουσιάζει η εταιρεία αναφέρουν λειτουργικότητα σε δόση περίπου 300 mg ημερησίως, γεγονός που το διαφοροποιεί από ορισμένες συμβατικές πρεβιοτικές ίνες, οι οποίες χρησιμοποιούνται σε αρκετά μεγαλύτερες ποσότητες. Παράλληλα, η εταιρεία υποστηρίζει ότι το συστατικό μπορεί να ενσωματωθεί σε διαφορετικά τρόφιμα χωρίς σημαντικές επιδράσεις στη γεύση, την υφή ή την οσμή τους.
Η ευρωπαϊκή έγκριση, πάντως, δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν που περιέχει το συστατικό μπορεί να προβάλλεται ελεύθερα ως προϊόν που ενισχύει το ανοσοποιητικό ή θεραπεύει προβλήματα του εντέρου. Η έγκριση ως νέο τρόφιμο αφορά την ασφάλεια και τις επιτρεπόμενες χρήσεις του συστατικού. Οι ισχυρισμοί υγείας υπόκεινται σε ξεχωριστό ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο.