Μη δηλωμένα γλυκάδια, νεφρά, παραπροϊόντα κρέατος και αλλοιώσεις ηπατίτιδας εντόπισε το εργαστήριο αναλύσεων CVUA Στουτγκάρδης σε δημοφιλή λουκάνικα
Το παραδοσιακό λουκάνικο Leberwurst που είναι πολύ δημοφιλές και στην Ελλάδα, αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της σπιτικής κουζίνας, όμως η πραγματική του σύσταση συχνά κρύβει στοιχεία που δεν γίνονται αντιληπτά με γυμνό μάτι. Πρόκειται για αλλαντικό με μαλακή υφή, που παρασκευάζεται από προμαγειρεμένο χοιρινό κρέας, συκώτι και μπαχαρικά. Λόγω της κρεμώδους σύστασής του, χρησιμοποιείται κυρίως ως άλειμμα σε ψωμί, θυμίζοντας στην πράξη ένα πιο χωριάτικο και πλούσιο πατέ.
Στην Ελλάδα, οι προδιαγραφές για τα προϊόντα με βάση το κρέας καθορίζονται από το Άρθρο 91 του Κώδικα Τροφίμων και Ποτών, το οποίο εναρμονίζεται πλήρως με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ασφάλεια των καταναλωτών. Παρόλο που το Leberwurst αποτελεί παραδοσιακό γερμανικό έδεσμα, η κυκλοφορία του στην ελληνική αγορά προϋποθέτει την τήρηση αυστηρών κανόνων επισήμανσης σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1169/2011, που επιβάλλει την αναγραφή όλων των συστατικών και των πιθανών αλλεργιογόνων στην ελληνική γλώσσα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Independent: Το καλύτερο ελαιόλαδο στα σούπερ μάρκετ της Βρετανίας για το 2026 είναι ελληνικό!
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ζυμαρικά ιδιωτικής ετικέτας κοροϊδεύουν τον κόσμο – “Στα πράσα” από τις αρχές μετά από εργαστηριακή ανάλυση
Οι ελληνικές αρχές, μέσω του ΕΦΕΤ, διενεργούν ελέγχους για να διασφαλίσουν ότι η ονομασία πώλησης ανταποκρίνεται στην πραγματική περιεκτικότητα σε ήπαρ και ότι δεν γίνεται χρήση μη δηλωμένων παραπροϊόντων, όπως σπλήνα ή νεφρά, χωρίς τη σχετική ένδειξη στη συσκευασία. Επιπλέον, απαγορεύεται η προσθήκη αμύλου στα αλλαντικά ήπατος, εκτός αν αυτό δηλώνεται σαφώς ως μέρος κάποιου σύνθετου συστατικού, ενώ η μικροβιολογική ασφάλεια παραμένει πρωταρχικό κριτήριο για την έγκριση της διάθεσής τους στα εγχώρια σημεία πώλησης.
Μια πρόσφατη έρευνα του CVUA Στουτγκάρδης, η οποία διενεργήθηκε την περίοδο 2022-2025, έθεσε στο μικροσκόπιο σαράντα δείγματα του προϊόντος από κρεοπωλεία και καταστήματα λιανικής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στις προβλεπόμενες προδιαγραφές.
Σύμφωνα με τον Γερμανικό Κώδικα Τροφίμων, το συγκεκριμένο έδεσμα ορίζεται ως ένα χονδροκομμένο αλλαντικό που παρασκευάζεται από χοιρινό κρέας πλούσιο σε λιπώδη ιστό, συνδετικό ιστό, κεφάλι χοίρου, συκώτι, καρδιά και γλώσσα. Το ποσοστό του ήπατος πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 10% και 30%. Η νομοθεσία περί επισήμανσης τροφίμων επιβάλλει την αναγραφή όλων των συστατικών, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται εσωτερικά όργανα πέραν των προαναφερθέντων. Στοιχεία όπως η σπλήνα ή τα νεφρά δεν θεωρούνται αυτονόητα συστατικά και η παρουσία τους πρέπει να δηλώνεται ρητά στον καταναλωτή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μάσκες προσώπου με κολλαγόνο: Κάνουν δουλειά; Τι λένε οι ειδικοί;
Η ιστολογική ανάλυση των δειγμάτων επιβεβαίωσε αρχικά ότι το συκώτι ήταν παρόν σε όλες τις περιπτώσεις. Ωστόσο, η εξέταση των τομών κάτω από το μικροσκόπιο αποκάλυψε και ιστούς που δεν αναγράφονταν στις ετικέτες. Συγκεκριμένα, σε πέντε δείγματα εντοπίστηκε ιστός νεφρού, σε οκτώ δείγματα γλυκάδια, (θύμος αδένας) και σε ένα δείγμα σπλήνα. Παρόλο που η χρήση αυτών των οργάνων επιτρέπεται, η παράλειψη της αναγραφής τους στις συσκευασίες ή στις πινακίδες πώλησης χύμα προϊόντων, συνιστά παράβαση των κανόνων πληροφόρησης του κοινού. Επιπλέον, σε μία περίπτωση διαπιστώθηκε η χρήση ανακυκλωμένων προϊόντων κρέατος, πρακτική που επιτρέπεται μόνο εφόσον δεν υποβαθμίζεται η τελική ποιότητα του αλλαντικού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν την κατάσταση του ήπατος που χρησιμοποιήθηκε. Σε πέντε περιπτώσεις παρατηρήθηκαν παθολογικές αλλοιώσεις, οι οποίες υποδηλώνουν ότι τα ζώα έπασχαν από ηπατίτιδα πριν από τη σφαγή, συχνά λόγω παρασιτικών μολύνσεων. Σύμφωνα με τους κανονισμούς υγιεινής, όργανα με ορατές βλάβες πρέπει να απορρίπτονται κατά τον κρεατοσκοπικό έλεγχο ως ακατάλληλα για κατανάλωση. Η παρουσία τέτοιων αλλοιώσεων στα τελικά προϊόντα υποδεικνύει ελλείψεις στον ποιοτικό έλεγχο κατά τη διαδικασία της σφαγής και της επεξεργασίας.
Τα αποτελέσματα της έρευνας καταδεικνύουν την ανάγκη για αυστηρότερη τήρηση των προτύπων παραγωγής και επισήμανσης. Ενώ η βάση του προϊόντος παραμένει παραδοσιακή, η ενσωμάτωση μη δηλωμένων οργάνων και η χρήση ήπατος με παθολογικά ευρήματα υπογραμμίζουν την απόσταση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στην εμπορική ονομασία και την πραγματική περιεκτικότητα του προϊόντος.