Στόχος είναι η μείωση των δοκιμών σε ζώα χωρίς να διακυβευτεί η προστασία του καταναλωτή, μέσω εργαλείων βιοπληροφορικής και εργαστηριακών μεθόδων νέας γενιάς
Κάθε φορά που μια νέα πρωτεΐνη εισάγεται σε τρόφιμα ή ζωοτροφές, είτε μέσω γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, είτε μέσω νέων τροφίμων, είτε μέσω ενζύμων ή φυτοπροστατευτικών προϊόντων, η επιστήμη πρέπει να απαντήσει σε δύο βασικά ερωτήματα: Είναι αλλεργιογόνος; Είναι τοξική; Μέχρι σήμερα, η απάντηση περιλάμβανε συχνά δοκιμές σε ζώα. Ένα πρόσφατο εργαστήριο που διοργάνωσε η EFSA με εκπροσώπους από τη βιομηχανία, την επιστημονική κοινότητα και τις ρυθμιστικές αρχές είχε ως στόχο να αλλάξει αυτή την πρακτική.
Τι συζητήθηκε στο εργαστήριο
Η συνάντηση ανασκόπησε τη γνωμοδότηση που εξέδωσε η EFSA το 2025 για την αξιολόγηση ασφάλειας νεοεκφραζόμενων πρωτεϊνών (NEPs) και συγκέντρωσε τις απόψεις πολλαπλών φορέων για εναλλακτικές, αναλογικές μεθόδους αξιολόγησης κινδύνου που ευθυγραμμίζονται με την αρχή των 3Rs (Replacement, Reduction, Refinement), δηλαδή την αντικατάσταση, μείωση και βελτίωση των δοκιμών σε ζώα.
Οι παρουσιάσεις κάλυψαν τέσσερις βασικούς άξονες. Πρώτον, το βηματικό πλαίσιο της EFSA που βασίζεται σε υποθέσεις και αξιολογεί τα δεδομένα σε διαδοχικά στάδια. Δεύτερον, τη στρατηγική βάρους αποδεικτικών στοιχείων (Weight of Evidence) που προτείνει η βιομηχανία, η οποία δίνει έμφαση στη ρεαλιστική έκθεση και σε στοχευμένες μελέτες παρακολούθησης. Τρίτον, τις εξελίξεις στη βιοπληροφορική για την πρόβλεψη αλλεργιογονικότητας και τοξικότητας. Τέταρτον, ένα εκσυγχρονισμένο in vitro πρόγραμμα που εστιάζει σε φυσιολογικά σχετικά μοντέλα πέψης και εντερικής απορρόφησης.
Τι συμφώνησαν οι συμμετέχοντες
Η συναίνεση που αναδύθηκε από τις ομάδες εργασίας είναι σαφής: προτεραιότητα στις in silico και in vitro μεθόδους, με τις μελέτες σε ζώα να διατηρούνται μόνο για εξαιρετικές περιπτώσεις όπου υπάρχει συγκεκριμένη υπόθεση που απαιτεί επιβεβαίωση. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες τόνισαν ότι η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση της έκθεσης και όχι σε συντηρητικές υποθέσεις χειρότερου σεναρίου.
Αναδείχθηκαν επίσης επαναλαμβανόμενες ανάγκες που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να γίνει αυτή η προσέγγιση λειτουργική. Μεταξύ αυτών, η ανάπτυξη κοινών αρχών για την αξιολόγηση ιστορικού ασφαλούς χρήσης, η δημιουργία και συντήρηση κοινόχρηστων βάσεων δεδομένων, η θέσπιση σαφών κριτηρίων αποδοχής για τις νέες μεθοδολογίες και η ανάπτυξη οδηγιών που επιτρέπουν συνεπή εφαρμογή σε διαφορετικούς τομείς (ΓΤΟ, νέα τρόφιμα, ένζυμα τροφίμων, φυτοπροστατευτικά) διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία ανά πλαίσιο.
Τι έπεται
Το εργαστήριο έκλεισε με έκκληση για μελέτες απόδειξης ιδέας, σαφέστερα κριτήρια αποδοχής και συνεχή συνεργασία μεταξύ ρυθμιστικών αρχών και ενδιαφερόμενων μερών, ώστε οι νέες μεθοδολογίες να γίνουν πρακτικά εφαρμόσιμες χωρίς να διακυβεύονται οι στόχοι προστασίας των καταναλωτών.