Ανακαλούνται κονσερβοποιημένα προϊόντα λόγω προβλήματος στη σταθερότητα του pH, που μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη Clostridium botulinum
Η παρασκευή τροφίμων σε κονσέρβα απαιτεί απόλυτη ακρίβεια και έλεγχο στις συνθήκες αποστείρωσης, γιατί ακόμη και ένα μικρό σφάλμα στη θερμοκρασία, στη διάρκεια θέρμανσης ή στο επίπεδο οξύτητας (pH) μπορεί να δημιουργήσει ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη του βακτηρίου Clostridium botulinum. Το συγκεκριμένο μικρόβιο είναι αναερόβιο, δηλαδή αναπτύσσεται απουσία οξυγόνου, και παράγει μία από τις πιο ισχυρές γνωστές νευροτοξίνες. Οι επαγγελματίες που παράγουν κονσερβοποιημένα τρόφιμα πρέπει να διασφαλίζουν ότι κάθε στάδιο, από την επιλογή των πρώτων υλών μέχρι τη σφράγιση των δοχείων, τηρεί αυστηρές προδιαγραφές θερμικής επεξεργασίας, οξύτητας και καθαριότητας. Η παραμικρή απόκλιση από αυτά τα πρότυπα μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη της τοξίνης αλλαντίασης, με δυνητικά θανατηφόρες συνέπειες για τον καταναλωτή.
Ωστόσο οι συνθήκες παρασκευής και αποστείρωσης ήταν ανεπαρκής για προϊόντα της εταιρείας Conserverie La Granvillaise που σήμερα ανακοίνωσε την εθελοντική ανάκληση τριών προϊόντων της, λόγω προβλήματος στη σταθερότητα του pH που μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη του Clostridium botulinum, υπεύθυνου για το σοβαρό νόσημα του αλλαντίασης. Πρόκειται για τα προϊόντα Velouté d’Etrilles (βελουτέ σούπα από καβούρια) σε γυάλινο βάζο των 850 ml με αριθμό παρτίδας VE160925 και ημερομηνία λήξης 16 Σεπτεμβρίου 2028, Seiche à l’Américaine (σουπιά σε σάλτσα) σε βάζο των 420 γραμμαρίων με αριθμό παρτίδας SAM061224 και ημερομηνία λήξης 6 Δεκεμβρίου 2026, καθώς και Rillettes de Rouget Barbet au Piment d’Espelette (πάστα κουτσομούρας) σε γυάλινο βάζο 130 γραμμαρίων με αριθμό παρτίδας RBP190325 και ημερομηνία λήξης 19 Μαρτίου 2027. Τα τρία προϊόντα διατίθενται σε μεμονωμένες συσκευασίες και προορίζονταν για κατανάλωση σε θερμοκρασία δωματίου. Η κυκλοφορία τους έγινε από τα μέσα Δεκεμβρίου 2024 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025, με κύρια σημεία πώλησης το κατάστημα Au Petit Mareyeur στο Granville και διάθεση κυρίως στη Νορμανδία, ενώ το προϊόν Seiche à l’Américaine πωλήθηκε σε ολόκληρη τη χώρα.
Η ανάκληση αφορά αστάθεια στο επίπεδο οξύτητας, γεγονός που σημαίνει ότι το περιβάλλον μέσα στη συσκευασία δεν ήταν επαρκώς όξινο ώστε να αποτρέψει την ανάπτυξη του βακτηρίου. Το Clostridium botulinum παράγει την τοξίνη αλλαντίαση, μία από τις ισχυρότερες νευροτοξίνες που είναι γνωστές. Η κατανάλωση τροφίμων που περιέχουν την τοξίνη αυτή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές νευρολογικές διαταραχές, όπως θολή όραση, πτώση βλεφάρων, δυσκολία στην ομιλία ή στην κατάποση, ξηροστομία και μυϊκή αδυναμία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν και πεπτικά συμπτώματα όπως εμετοί, διάρροια ή δυσκοιλιότητα. Τα συμπτώματα συνήθως εκδηλώνονται μέσα σε 12 έως 72 ώρες από την κατανάλωση, αλλά μπορεί να εμφανιστούν και αργότερα, έως και δέκα ημέρες μετά.
Οι καταναλωτές που έχουν προμηθευτεί οποιοδήποτε από τα παραπάνω προϊόντα καλούνται να μην τα καταναλώσουν, να τα επιστρέψουν στο σημείο αγοράς και να επικοινωνήσουν με το κατάστημα για επιστροφή χρημάτων ή αντικατάσταση. Η εταιρεία έχει διαθέσει τηλεφωνική γραμμή επικοινωνίας στο 02 33 90 46 76 για πληροφορίες. Η διαδικασία ανάκλησης θα παραμείνει ενεργή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Η Conserverie La Granvillaise τονίζει ότι η ανάκληση είναι προληπτική και πραγματοποιείται με στόχο την πλήρη διασφάλιση της δημόσιας υγείας, καθώς η αλλαντίαση, αν και σπάνια, παραμένει μία από τις πιο επικίνδυνες μορφές τροφικής δηλητηρίασης όταν προκύπτει από ανεπαρκώς αποστειρωμένα προϊόντα κονσερβοποίησης.
*Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ασφάλειας τροφίμων και απευθύνεται στον κλάδο και στους επαγγελματίες τροφίμων, όπως και σε συνειδητοποιημένους καταναλωτές. Το παρόν άρθρο έχει σκοπό να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες στους επιστήμονες τροφίμων και επαγγελματίες που σχεδιάζουν τα συστήματα και μέτρα ασφάλειας τροφίμων των επιχειρήσεων τροφίμων. Τα συμβάντα ασφάλειας τροφίμων σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν πολύτιμα εισερχόμενα δεδομένα στην ανάλυση επικινδυνότητας της διαδικασίας διαχείρισης τροφίμων (HACCP) που υποχρεούται να συντάσσει και να διατηρεί βάση νόμου, κάθε επιχείρηση τροφίμων.