Το κόμμι χαρουπιού, γνωστό και ως locust bean gum ή E410, μπορεί να χρησιμοποιείται με ασφάλεια σε ζωοτροφές για γάτες, σκύλους, χοίρους και πουλερικά, σύμφωνα με νέα επιστημονική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Η αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε έπειτα από αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αφορούσε την επανεξέταση της ουσίας ως τεχνολογικού πρόσθετου ζωοτροφών.
Η νέα γνωμοδότηση έρχεται μετά από προηγούμενη αξιολόγηση, κατά την οποία η επιστημονική ομάδα της EFSA δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την ασφάλεια του πρόσθετου για τα ζώα, τους χρήστες και την αποτελεσματικότητά του ως γαλακτωματοποιητή. Με τα νέα διαθέσιμα δεδομένα, η EFSA ολοκλήρωσε την επανεξέταση και καθόρισε τα επίπεδα χρήσης που θεωρούνται ασφαλή για διαφορετικές κατηγορίες ζώων.
Το κόμμι χαρουπιού προέρχεται από το ενδοσπέρμιο των σπόρων της χαρουπιάς και χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες στη βιομηχανία τροφίμων και ζωοτροφών λόγω της ικανότητάς του να επηρεάζει τη σύσταση και τη σταθερότητα των προϊόντων. Σύμφωνα με την EFSA, το πρόσθετο θεωρείται ασφαλές για τις γάτες σε επίπεδα έως 20.000 mg ανά κιλό πλήρους ζωοτροφής, για τους σκύλους έως 1.320 mg ανά κιλό πλήρους ζωοτροφής, για τους χοίρους από 500 έως 729 mg ανά κιλό πλήρους ζωοτροφής και για τα πουλερικά από 278 έως 415 mg ανά κιλό πλήρους ζωοτροφής. Τα επίπεδα αυτά αφορούν τις χρήσεις που εξετάστηκαν από την ευρωπαϊκή αρχή και δεν αποτελούν γενική έγκριση για οποιαδήποτε εφαρμογή του πρόσθετου σε όλες τις πιθανές ζωοτροφές. Το κόμμι χαρουπιού χρησιμοποιείται κυρίως για τεχνολογικούς λόγους. Βοηθά στη δημιουργία πιο σταθερής υφής, στη ρύθμιση του πάχους και στη διατήρηση της ομοιογένειας των προϊόντων, ιδιαίτερα σε ζωοτροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε υγρασία.
Πού παραμένουν ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα
Η EFSA κατέληξε ότι το κόμμι χαρουπιού, είτε χρησιμοποιείται μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλες υδροκολλοειδείς ουσίες, μπορεί να λειτουργήσει ως πηκτικός παράγοντας, σταθεροποιητής και παράγοντας αύξησης του ιξώδους σε προϊόντα με υψηλή υγρασία. Ωστόσο, η επιστημονική ομάδα δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει πλήρως την αποτελεσματικότητά του σε πιο σύνθετες ζωοτροφές, ιδιαίτερα σε προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία τροφών για κατοικίδια ή σε ζωοτροφές με χαμηλή περιεκτικότητα σε νερό. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική, καθώς η συμπεριφορά ενός τεχνολογικού πρόσθετου μπορεί να αλλάζει ανάλογα με τη σύνθεση του προϊόντος. Ένα συστατικό που λειτουργεί αποτελεσματικά σε μια υγρή τροφή μπορεί να μην έχει την ίδια δράση σε μια ξηρή ζωοτροφή με διαφορετική δομή και συστατικά.