Η διατροφική αξία της ρέγγας, η κατανάλωσή της στην Ελλάδα και το ευρωπαϊκό πλαίσιο παρακολούθησης διοξινών και PCB
Η ρέγγα αποτελεί ένα ιδιαίτερα θρεπτικό ψάρι και σημαντική πηγή ζωικών πρωτεϊνών υψηλής ποιότητας, πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και μικροθρεπτικών συστατικών. Σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική μελέτη , το ψάρι αυτό περιέχει σημαντικές ποσότητες πρωτεΐνης, ωμέγα-3 λιπαρών οξέων όπως EPA και DHA, καθώς και ανόργανα στοιχεία και βιταμίνες, μεταξύ των οποίων ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο, ιώδιο, σελήνιο και βιταμίνες A, D, E, B9 και B12. Τα θρεπτικά αυτά στοιχεία συνδέονται με οφέλη για την υγεία, όπως η υποστήριξη της καρδιαγγειακής λειτουργίας, η συμβολή στη σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος και η παροχή βασικών μικροθρεπτικών συστατικών που συχνά λείπουν από τη σύγχρονη διατροφή. Στη μελέτη αναφέρεται επίσης ότι η ρέγγα διαθέτει υψηλής ποιότητας πρωτεΐνη και λιπαρά οξέα που την καθιστούν σημαντικό συστατικό μιας ισορροπημένης και βιώσιμης διατροφής.
Στην Ελλάδα η ρέγγα δεν αποτελεί παραδοσιακό ψάρι της Μεσογείου και συνεπώς η κατανάλωσή της είναι περιορισμένη σε σχέση με άλλα ψάρια όπως η σαρδέλα ή ο γαύρος. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζεται κυρίως σε επεξεργασμένες μορφές, όπως καπνιστή ή μαριναρισμένη, κυρίως μέσω εισαγωγών από χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Ένα σημαντικό μέρος της ρέγγας που διακινείται στην ευρωπαϊκή αγορά προέρχεται από τη Βαλτική Θάλασσα, όπου το είδος Clupea harengus membras αποτελεί ένα από τα κυριότερα αλιεύματα της περιοχής. Στη Φινλανδία, για παράδειγμα, η ρέγγα της Βαλτικής αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής θαλάσσιας αλιείας, γεγονός που εξηγεί γιατί αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή προϊόντων ψαριού που στη συνέχεια διακινούνται στην ευρωπαϊκή αγορά.
Όμως, η κατανάλωση ψαριών από τη Βαλτική Θάλασσα συνδέεται με ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τις ευρωπαϊκές αρχές ασφάλειας τροφίμων, δηλαδή την παρουσία διοξινών και πολυχλωριωμένων διφαινυλίων (PCB). Οι διοξίνες και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB) είναι επίμονοι οργανικοί ρύποι που συσσωρεύονται στο περιβάλλον και ιδιαίτερα στον λιπώδη ιστό των ζώων και των ψαριών. Η ανθρώπινη έκθεση σε αυτές τις ουσίες συνδέεται κυρίως με τη διατροφή, ειδικά μέσω τροφίμων ζωικής προέλευσης και λιπαρών ψαριών.
Σύμφωνα με αξιολογήσεις διεθνών οργανισμών όπως η EFSA και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η μακροχρόνια έκθεση σε διοξίνες και PCB μπορεί να επηρεάσει διάφορα συστήματα του ανθρώπινου οργανισμού. Έχουν συσχετιστεί με διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος, επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα, προβλήματα στην αναπαραγωγή και στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, ιδιαίτερα κατά την εμβρυϊκή και παιδική ηλικία. Επιπλέον, ορισμένες διοξίνες ταξινομούνται ως καρκινογόνες ουσίες για τον άνθρωπο, ενώ η χρόνια έκθεση σε υψηλά επίπεδα μπορεί να συνδεθεί με μεταβολικές διαταραχές, ηπατική τοξικότητα και αλλαγές στα επίπεδα ορμονών. Για τον λόγο αυτό οι ευρωπαϊκές αρχές έχουν θεσπίσει όρια ασφαλείας και συστήματα παρακολούθησης των συγκεντρώσεων αυτών των ουσιών στα τρόφιμα, ώστε να περιορίζεται η έκθεση του πληθυσμού και να προστατεύεται η δημόσια υγεία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη Σύσταση (ΕΕ) 2016/688, η οποία αφορά την παρακολούθηση και τη διαχείριση της παρουσίας διοξινών και PCB σε ψάρια και αλιευτικά προϊόντα που προέρχονται από την περιοχή της Βαλτικής. Η σύσταση αυτή καλεί τα κράτη μέλη να συλλέγουν και να αξιολογούν συστηματικά δεδομένα σχετικά με τα επίπεδα αυτών των περιβαλλοντικών ρύπων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα που φτάνουν στους καταναλωτές παραμένουν εντός των ορίων ασφάλειας και ότι λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα διαχείρισης της έκθεσης.
Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων έχει επίσης εξετάσει το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο αξιολογήσεων κινδύνου για τα ψάρια της Βαλτικής. Σύμφωνα με τις αναλύσεις της EFSA, τα λιπαρά ψάρια της περιοχής, όπως η ρέγγα και ο σολομός της Βαλτικής, μπορεί να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα διοξινών και PCB σε σύγκριση με αντίστοιχα είδη άλλων θαλάσσιων περιοχών, γεγονός που οφείλεται κυρίως σε ιστορική βιομηχανική ρύπανση και στη βιοσυσσώρευση αυτών των ουσιών στην τροφική αλυσίδα. Παρ’ όλα αυτά, οι ευρωπαϊκές αξιολογήσεις τονίζουν ότι τα διατροφικά οφέλη από την κατανάλωση ψαριών, λόγω της περιεκτικότητάς τους σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και άλλα θρεπτικά συστατικά, παραμένουν σημαντικά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι συστάσεις κατανάλωσης και τα συστήματα παρακολούθησης των ρύπων λειτουργούν αποτελεσματικά.
Συνολικά, η ρέγγα παραμένει μια εξαιρετική επιλογή για μια ισορροπημένη διατροφή, καθώς η κατανάλωση μία με δύο φορές την εβδομάδα προσφέρει οφέλη που υπερτερούν των κινδύνων, αρκεί αυτή να γίνεται στο πλαίσιο των επίσημων συστάσεων και της συνεπούς επιτήρησης των περιβαλλοντικών ρύπων που διασφαλίζουν τη δημόσια υγεία.