Τι κρύβεται στα φακελάκια με τα μπαχαρικά που φέρνουμε από τα ταξίδια;
Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης πολλών χωρών. Δεν είναι μόνο οι διακοπές, η αναψυχή ή η φιλοξενία που τον καθιστούν πολύτιμο· οι τουρίστες συχνά επιστρέφουν στις πατρίδες τους με σουβενίρ που θυμίζουν το ταξίδι και προβάλλουν τον πολιτισμό του τόπου. Ανάμεσα σε αυτά, τα τρόφιμα –και ιδιαίτερα τα μπαχαρικά– κατέχουν ξεχωριστή θέση. Φέρουν μαζί τους αρώματα, γεύσεις και ιστορίες, και πολλές φορές γίνονται δώρα σε φίλους και συγγενείς. Όμως, πίσω από αυτήν τη γοητεία, κρύβονται και σημαντικοί κίνδυνοι για την υγεία σύμφωνα με επιστημονική ανασκόπηση στο sustainability.
Η αγορά τροφίμων ως σουβενίρ δεν είναι νέα τάση. Από αλκοόλ και γλυκά μέχρι τσάγια και καφέδες, τα προϊόντα αυτά ενσαρκώνουν την ταυτότητα του τόπου. Τα μπαχαρικά όμως ξεχωρίζουν: λίγοι κόκκοι κανέλας ή λίγες κουταλιές κουρκουμά φέρνουν στο πιάτο την ανάμνηση μιας μακρινής κουζίνας. Η αυθεντικότητα, η συσκευασία και η γεύση τα καθιστούν ιδανικό αναμνηστικό. Ωστόσο, η αγορά τους από υπαίθριες αγορές, παζάρια ή καταστήματα χωρίς έλεγχο ποιότητας μπορεί να εκθέσει τον τουρίστα σε σοβαρά προβλήματα.
Μία από τις μεγαλύτερες απειλές είναι η μικροβιακή επιμόλυνση. Μελέτες και καταγραφές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές (RASFF) έχουν δείξει ότι μπαχαρικά από Ασία και άλλες περιοχές συχνά περιέχουν επικίνδους παθογόνους μικροοργανισμούς. Από το 1973 έως το 2010 καταγράφηκαν δεκάδες περιστατικά δηλητηριάσεων που σχετίζονταν με μπαχαρικά μολυσμένα με σαλμονέλα ή βακτήρια Bacillus. Μαύρο πιπέρι, κόκκινο πιπέρι, κάρυ και γλυκάνισος έχουν συνδεθεί με κρούσματα σε Ευρώπη, Αμερική και Ωκεανία.
Πέρα από τα βακτήρια, ανησυχία προκαλεί η παρουσία μυκοτοξινών, ουσιών που παράγονται από μούχλες και έχουν καρκινογόνο δράση. Το RASFF καταγράφει δεκάδες ειδοποιήσεις κάθε χρόνο για μπαχαρικά όπως το τσίλι, όπου ανιχνεύονται υψηλά επίπεδα αφλατοξίνης Β1. Ταυτόχρονα, μελέτες σε Μαρόκο, Ινδία και Τουρκία έχουν δείξει ότι τζίντζερ, κύμινο και κόκκινο πιπέρι συχνά περιέχουν απαγορευμένες συγκεντρώσεις παθογόνων.
Ένα άλλο πρόβλημα είναι τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων. Εντατικές καλλιέργειες και ανεπαρκής έλεγχος οδηγούν σε προϊόντα με επικίνδυνα χημικά, ακόμα και μετά την περίοδο χάριτος. Αυτό όχι μόνο μειώνει τη διατροφική αξία των μπαχαρικών αλλά και τα καθιστά επικίνδυνα για τον καταναλωτή. Εξίσου σοβαρές είναι οι αλλεργικές αντιδράσεις που μπορεί να προκληθούν από μπαχαρικά άγνωστης σύνθεσης ή νοθευμένα με άλλες ουσίες. Ο τουρίστας, μη γνωρίζοντας τα ακριβή συστατικά, μπορεί να εκτεθεί σε αλλεργιογόνα που προκαλούν δερματικά εξανθήματα, αναπνευστικά προβλήματα ή σοβαρή γαστρεντερική δυσφορία.
Η νοθεία και η έλλειψη αυθεντικότητας αποτελούν επίσης σημαντική πρόκληση. Η άλεση και η σκόνη των μπαχαρικών διευκολύνουν την αντικατάσταση ακριβών συστατικών με φθηνότερα υποκατάστατα. Έτσι, το «σαφράν» μπορεί να περιέχει αποξηραμένα πέταλα άλλων φυτών, ενώ μείγματα όπως τα «προβηγκιανά βότανα» συχνά διαφέρουν σημαντικά από τη γνήσια σύνθεσή τους. Ο τουρίστας, χωρίς δυνατότητα ελέγχου, αγοράζει προϊόντα που ούτε αντιπροσωπεύουν την παράδοση ούτε είναι ασφαλή.
Η μελέτη τονίζει ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι πιο έντονοι στα προϊόντα της Ασίας, περιοχής που αποτελεί κορυφαίο προορισμό για τους Ευρωπαίους τουρίστες. Αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ενημέρωση των ταξιδιωτών για το πού και πώς να αγοράζουν μπαχαρικά. Οι τουριστικοί πράκτορες, οι ξεναγοί και οι τοπικές αρχές έχουν ευθύνη να προωθούν ασφαλείς επιλογές και να ενισχύουν τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη.
Τα μπαχαρικά, λοιπόν, είναι κάτι πολύ περισσότερο από γευστικά ενισχυτικά. Συμβολίζουν κουλτούρες, ταξίδια και ιστορίες, αλλά μπορούν να κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία. Για να συνεχίσουν να αποτελούν αυθεντικά και ασφαλή αναμνηστικά, χρειάζονται έλεγχος ποιότητας, διαφάνεια στην προέλευση και ενημέρωση των ταξιδιωτών.
