Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης διαπίστωσαν ότι βιοδιασπώμενο πιάτο από παράγωγα σιταριού μετέφερε υψηλές ποσότητες γλουτένης σε τρόφιμα και ποτά χωρίς γλουτένη, ενώ τα προϊόντα αυτά δεν υποχρεούνται να φέρουν σήμανση αλλεργιογόνων
Η κοιλιοκάκη είναι αυτοάνοσο νόσημα κατά το οποίο ακόμη και μικρές ποσότητες γλουτένης μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο λεπτό έντερο, πεπτικά προβλήματα και άλλες επιπλοκές. Για όσους ακολουθούν αυστηρή διατροφή χωρίς γλουτένη, η επιμόλυνση τροφίμων αποτελεί βασικό κίνδυνο. Νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Agricultural and Food Chemistry της American Chemical Society (ACS) δείχνει ότι ορισμένα βιοδιασπώμενα σκεύη μιας χρήσης μπορούν να μεταφέρουν γλουτένη σε τρόφιμα και ποτά, ακόμη και όταν αυτά θεωρούνται «χωρίς γλουτένη». Το εύρημα προκαλεί ανησυχία για άτομα με κοιλιοκάκη ή δυσανεξία στη γλουτένη, καθώς τα συγκεκριμένα προϊόντα δεν υποχρεούνται σήμερα να φέρουν σχετική επισήμανση αλλεργιογόνων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νέα ανάκληση ρυζιού από κορυφαίο σούπερ μάρκετ λόγω καρκινογόνου καδμίου – Οι κίνδυνοι για καταναλωτές και βιομηχανία
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καταγγελία καταναλωτή για γιαούρτι προκάλεσε ντόμινο ανακλήσεων και κινητοποίηση του ευρωπαϊκού RASFF
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης στην Ισπανία και εξέτασε οκτώ εμπορικά διαθέσιμα βιοδιασπώμενα προϊόντα, όπως πιάτα, ποτήρια και καλαμάκια, τα οποία κατασκευάζονται από φυσικές πρώτες ύλες ή παράγωγα δημητριακών. Οι ερευνητές ανέλυσαν τα προϊόντα με ειδικές ανοσολογικές δοκιμές που ανιχνεύουν ανοσογόνα πεπτίδια γλουτένης, δηλαδή τα τμήματα της πρωτεΐνης που συνδέονται με την ανοσολογική αντίδραση στην κοιλιοκάκη. Από τα οκτώ δείγματα, μόνο ένα πιάτο με βάση το σιτάρι περιείχε υψηλές συγκεντρώσεις γλουτένης και μετέφερε τη γλουτένη σε τρόφιμα και ποτά χωρίς γλουτένη.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Πρωτοφανές ξέσπασμα καμπυλοβακτηρίωσης σε αγώνα ποδηλασίας που ΔΕΝ συνδέεται με τρόφιμα – Αρρώστησε και ο νικητής
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το λάδι που καταστρέφει τα αντικολλητικά τηγάνια
Στη συνέχεια, οι επιστήμονες τοποθέτησαν διαφορετικά τρόφιμα πάνω στο συγκεκριμένο πιάτο για χρονικά διαστήματα από 5 έως 30 λεπτά, προσομοιώνοντας πραγματικές συνθήκες χρήσης. Δοκιμάστηκαν στερεά τρόφιμα όπως ρύζι και ομελέτα, αλλά και υγρά όπως γάλα και φυτική κρέμα. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικές διαφορές ανάλογα με το τρόφιμο. Το ρύζι εμφάνισε τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις γλουτένης, κάτω από το όριο των 20 mg/kg που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την επισήμανση προϊόντων ως «χωρίς γλουτένη». Η ομελέτα σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπέρασε το όριο αυτό. Πολύ υψηλότερες τιμές καταγράφηκαν στα υγρά τρόφιμα, ιδιαίτερα στη φυτική κρέμα, όπου οι συγκεντρώσεις έφτασαν πάνω από 2.100 mg/kg. Στο γάλα οι μετρήσεις έφτασαν έως περίπου 480 mg/kg μετά από θέρμανση.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι τα υγρά και ιδιαίτερα τα γαλακτωματοποιημένα τρόφιμα, όπως οι φυτικές κρέμες, διευκολύνουν περισσότερο τη μεταφορά γλουτένης σε σχέση με τα στερεά τρόφιμα. Οι ερευνητές αποδίδουν το φαινόμενο στη μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής και στη διαφορετική σύσταση των τροφίμων. Εξετάστηκε επίσης η επίδραση της θερμότητας. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ενιαία. Σε ορισμένα τρόφιμα, όπως το ρύζι και η ομελέτα, καταγράφηκαν χαμηλότερες συγκεντρώσεις γλουτένης μετά από σύντομη θέρμανση, ενώ στο γάλα παρατηρήθηκε αύξηση της μεταφοράς γλουτένης. Συνολικά, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η θερμότητα και η παρατεταμένη επαφή μπορούν να αυξήσουν τη μεταφορά γλουτένης ανάλογα με το τρόφιμο και τις συνθήκες χρήσης.
Οι ερευνητές αναφέρουν ακόμη ότι το συγκεκριμένο πιάτο από παράγωγα σιταριού άρχισε να διογκώνεται και να αποδομείται όταν ήρθε σε επαφή με ζεστά υγρά τρόφιμα, γεγονός που σύμφωνα με τη μελέτη εγείρει ζήτημα καταλληλότητας για χρήση σε επαφή με τρόφιμα. Η ερευνητική ομάδα ζητά υποχρεωτική επισήμανση αλλεργιογόνων στα βιοδιασπώμενα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, επισημαίνοντας ότι σήμερα δεν υπάρχει αντίστοιχο ρυθμιστικό πλαίσιο για τέτοιου τύπου προϊόντα. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν επίσης ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για πιθανή μεταφορά και άλλων αλλεργιογόνων, όπως πρωτεΐνες γάλακτος, αυγού, σόγιας ή ξηρών καρπών.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://pubs.acs.org/doi/10.1021/acs.jafc.5c07516
