Μία υπόθεση καταδίκης γαλακτοβιομηχανίας και επιβολής υψηλού προστίμου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των νομικών συνεπειών που μπορούν να προκύψουν όταν οι απαιτήσεις ασφάλειας τροφίμων δεν τηρούνται στην παραγωγή. Το υπουργείο Primary Industries της Νέας Ζηλανδίας, δημοσίευσε την καταδίκη της βιομηχανίας τροφίμων Gopals Sweets and Snacks Limited για παραβάσεις της νομοθεσίας ασφάλειας τροφίμων που συνδέθηκαν με μόλυνση προϊόντων από Listeria και περιστατικά λιστερίωσης. Στην βιομηχανία επιβλήθηκε πρόστιμο 180.000 δολαρίων Νέας Ζηλανδίας, που αντιστοιχεί περίπου σε 90.000 ευρώ. Η εταιρεία καταδικάστηκε για ελλείψεις στη συντήρηση εγκαταστάσεων, στην εκπαίδευση προσωπικού και στους προβλεπόμενους ελέγχους.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Καφές: Νέος σοβαρός συναγερμός στην ΕΕ για αλεσμένο προϊόν με δυνητικά καρκινογόνο ουσία 116,7% πάνω από το όριο
Η Gopals Sweets and Snacks Limited, που δραστηριοποιείται στην παραγωγή γαλακτοκομικών και άλλων τροφίμων, αντιμετώπισε τέσσερις κατηγορίες βάσει του Food Act 2014. Συγκεκριμένα, καταγράφηκε μία παράβαση του άρθρου 224(1)(b) και τρεις παραβάσεις του άρθρου 240(3). Η υπόθεση συνδέεται με ανάκληση τυριού paneer που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2022, όταν εργαστηριακές εξετάσεις εντόπισαν Listeria σε προϊόντα της εμπορικής σειράς Gopala. Το τυρί είχε διατεθεί σε σούπερ μάρκετ και εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων στη Νέα Ζηλανδία. Η ανάκληση αφορούσε συσκευασίες από 300 γραμμάρια έως ένα κιλό, με ημερομηνίες διατηρησιμότητας έως τις 5 Μαΐου 2022, σύμφωνα με την ανακοίνωση της αρμόδιας αρχής.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | 216 κρούσματα σαλμονέλωσης σε τέσσερις χώρες από ντομάτες – Σύνδεση με εισαγωγές από το Μαρόκο
Πριν από την ανάκληση είχαν αναφερθεί δύο περιστατικά ασθένειας, χωρίς τότε να έχει επιβεβαιωθεί οριστικά η σύνδεσή τους με το συγκεκριμένο προϊόν. Η μεταγενέστερη δικαστική καταχώριση αναφέρει ότι οι παραβάσεις της επιχείρησης οδήγησαν σε μόλυνση τροφίμων με Listeria και σε περιστατικά λιστερίωσης. Ωστόσο, η δημοσιευμένη περίληψη δεν προσδιορίζει τον τελικό αριθμό των ασθενών, ούτε παρέχει αναλυτικά στοιχεία για τη διερεύνηση της επιδημιολογικής συσχέτισης.
Μία από τις παραβάσεις αφορούσε την ανεπαρκή συντήρηση των εγκαταστάσεων παραγωγής. Η κατάσταση του εξοπλισμού και των επιφανειών επηρεάζει τη δυνατότητα αποτελεσματικού καθαρισμού και απολύμανσης, ιδιαίτερα σε μονάδες παραγωγής γαλακτοκομικών. Φθαρμένες επιφάνειες, δυσπρόσιτα σημεία και περιοχές συγκράτησης υγρασίας μπορούν να ευνοήσουν την παραμονή μικροοργανισμών. Η επίσημη δικαστική περίληψη δεν περιγράφει τα συγκεκριμένα τεχνικά ελαττώματα που διαπιστώθηκαν στην εγκατάσταση της εταιρείας κατά τους ελέγχους.
Οι αρχές κατέγραψαν επίσης ελλείψεις στην εκπαίδευση και επίβλεψη του προσωπικού, καθώς και μη τήρηση των απαιτούμενων προγραμμάτων αναλύσεων. Οι παραλείψεις αυτές επηρεάζουν τη δυνατότητα αναγνώρισης μικροβιολογικών κινδύνων και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών υγιεινής. Δεν διευκρινίζεται από τα διαθέσιμα στοιχεία εάν είχαν προηγηθεί θετικά περιβαλλοντικά δείγματα, εάν είχαν εντοπιστεί επαναλαμβανόμενες αποκλίσεις ή εάν συγκεκριμένα εργαστηριακά αποτελέσματα είχαν αγνοηθεί από τη διοίκηση.
Η Listeria monocytogenes παρουσιάζει ιδιαίτερη επικινδυνότητα για τη βιομηχανία τροφίμων επειδή μπορεί να αναπτύσσεται ακόμη και σε θερμοκρασίες ψύξης. Επιπλέον, μπορεί να επιβιώνει σε υγρές επιφάνειες και να εγκαθίσταται σε δυσπρόσιτα σημεία του παραγωγικού εξοπλισμού. Σε γαλακτοκομικές εγκαταστάσεις, η επιμόλυνση μετά τη θερμική επεξεργασία αποτελεί σημαντική οδό εισαγωγής του παθογόνου στο τελικό προϊόν, ιδιαίτερα όταν αυτό καταναλώνεται χωρίς περαιτέρω μαγείρεμα.
Η λιστερίωση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές σε εγκύους, νεογνά, ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένα άτομα. Η λοίμωξη ενδέχεται να οδηγήσει σε σηψαιμία ή μηνιγγίτιδα, ενώ κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει αποβολή, πρόωρο τοκετό ή σοβαρή νόσηση του νεογνού. Η περίοδος επώασης μπορεί να είναι παρατεταμένη, γεγονός που δυσχεραίνει την ταυτοποίηση του υπεύθυνου τροφίμου και την επιδημιολογική διερεύνηση των περιστατικών από τις υγειονομικές αρχές.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, οι διαπιστωμένες παραβάσεις συνδέονται τεχνικά με τις απαιτήσεις των συστημάτων HACCP και ISO 22000:2018, ιδίως ως προς τη συντήρηση εγκαταστάσεων, την επάρκεια προσωπικού και την επαλήθευση των μέτρων ελέγχου. Η περιβαλλοντική παρακολούθηση για Listeria, όπου απαιτείται βάσει αξιολόγησης κινδύνου, περιλαμβάνει στοχευμένες δειγματοληψίες και διερεύνηση θετικών ευρημάτων. Δεν υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία ότι η Gopals διέθετε πιστοποίηση ISO 22000 ή ότι παραβίασε συγκεκριμένη απαίτησή του.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ασφάλεια των τροφίμων διέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) 852/2004 για την υγιεινή και τον Κανονισμό (ΕΚ) 2073/2005 για τα μικροβιολογικά κριτήρια. Από την 1η Ιουλίου 2026 εφαρμόζεται η τροποποίηση του δεύτερου κανονισμού με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2024/2895, η οποία αυστηροποιεί συγκεκριμένες απαιτήσεις για τη Listeria monocytogenes σε έτοιμα προς κατανάλωση τρόφιμα που υποστηρίζουν την ανάπτυξή της κατά τη διάρκεια ζωής τους.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων τη βιομηχανία και την εστίαση. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ