Η υποψηφιότητα της Dr. Heidi Overton για τη θέση της επιτρόπου του αμερικανικού Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ανακοινώθηκε από τον πρόεδρο Donald Trump την Τετάρτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τη δημόσια υγεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εφόσον η Γερουσία επικυρώσει τον διορισμό της, η Overton θα αναλάβει την ηγεσία ενός οργανισμού που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια από τις σοβαρότερες κρίσεις τροφιμογενούς νόσου των τελευταίων ετών.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τα βρώσιμα έντομα στο μικροσκόπιο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας – Τι θέλουν να ανακαλύψουν πριν τα βάλουν στο πιάτο μας
Στο επίκεντρο βρίσκεται η μεγάλη έξαρση του παρασίτου Cyclospora, η οποία, αποτελεί ίσως, τη μεγαλύτερη επιδημία από το συγκεκριμένο παράσιτο που έχει καταγραφεί ποτέ στις ΗΠΑ. Μέχρι τη Δευτέρα είχαν καταγραφεί 15.716 εργαστηριακά επιβεβαιωμένες λοιμώξεις από Cyclospora, ενώ 828 ασθενείς είχαν χρειαστεί νοσηλεία και δύο άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους. Παράλληλα, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, 11.841 επιπλέον αναφορές παρέμεναν υπό επεξεργασία. Η επιδημία δεν έχει ακόμη αποδοθεί οριστικά σε μία συγκεκριμένη πηγή. Οι αμερικανικές αρχές συνεχίζουν τις έρευνες, μεταξύ άλλων, για πιθανή σύνδεση με jalapeños και αυγά, ενώ το CDC έχει αναφέρει τουλάχιστον έξι ακόμη συρροές κρουσμάτων για τις οποίες δεν έχει επιβεβαιωθεί η πηγή.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Lidl: Ανακαλεί ξανά δημοφιλές επιδόρπιο σοκολάτας – Είχε ανακληθεί και στην Ελλάδα πριν από μόλις 2 μήνες για άλλο λόγο (φωτογραφία)
Τι ξέρει η Dr. Heidi Overton από τρόφιμα;
Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή η νέα επικεφαλής του FDA δεν διαθέτει προηγούμενη εξειδίκευση στον τομέα της ασφάλειας τροφίμων. Αυτό, όπως επισημαίνει ο δικηγόρος και ειδικός σε υποθέσεις τροφιμογενών νοσημάτων Bill Marler, δεν είναι από μόνο του ασυνήθιστο, καθώς και προηγούμενοι επίτροποι του οργανισμού δεν προέρχονταν απαραίτητα από τον συγκεκριμένο χώρο.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κυρίως η χρονική συγκυρία. Η Overton θα κληθεί να αναλάβει έναν οργανισμό που βρίσκεται στη μέση μιας μεγάλης επιδημίας, ενώ ο τομέας των ανθρώπινων τροφίμων αντιμετωπίζει παράλληλα κενά στη διοικητική του ηγεσία. Ο Marler υποστηρίζει ότι η ασφάλεια των τροφίμων δεν μπορεί να αποτελεί «δευτερεύουσα» αρμοδιότητα μέσα σε έναν οργανισμό με τόσο ευρύ αντικείμενο. Ζητά επομένως να οριστεί άμεσα συγκεκριμένος και δημόσια αναγνωρίσιμος επικεφαλής για το πρόγραμμα ανθρώπινων τροφίμων, ώστε να είναι σαφές ποιος έχει την ευθύνη όταν εμφανίζεται μια σοβαρή τροφιμογενής επιδημία.
Η ταυτοποίηση των εταιρειών και των πηγών των τροφίμων
Ένα από τα ζητήματα που θέτει ο Marler αφορά την αποκάλυψη της ταυτότητας των επιχειρήσεων που συνδέονται με τρόφιμα τα οποία προκαλούν ασθένειες. Όπως αναφέρει, βρίσκεται από τον Φεβρουάριο σε εκκρεμότητα αίτημα της οργάνωσης Stop Foodborne Illness για αλλαγή της πολιτικής του FDA σχετικά με τη δημοσιοποίηση των εταιρειών που εμπλέκονται σε περιστατικά τροφιμογενών λοιμώξεων.
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα φρέσκα προϊόντα, καθώς πολλά από αυτά δεν φέρουν εμπορικό σήμα που να επιτρέπει στον καταναλωτή να γνωρίζει εύκολα την προέλευσή τους. Ο Marler υποστηρίζει ότι, όταν ένα τρόφιμο συνδέεται με ασθένειες, θα πρέπει να είναι δυνατό να προσδιοριστούν όχι μόνο ο λιανοπωλητής αλλά και ο επεξεργαστής και ο παραγωγός.
Τα άγνωστα κρούσματα παραμένουν ένα μεγάλο ερωτηματικό
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός συρροών κρουσμάτων δεν έχει ακόμη συνδεθεί με συγκεκριμένη πηγή. Το CDC αναφέρει ότι μαζί με το FDA διερευνά τουλάχιστον έξι ακόμη clusters Cyclospora, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει επιβεβαιωθεί η πηγή τους.
Για τον Marler, η διαφάνεια σε αυτό το στάδιο είναι κρίσιμη. Υποστηρίζει ότι οι αρχές θα πρέπει να εξηγούν με μεγαλύτερη σαφήνεια τι έχει ήδη αποκλειστεί από τις έρευνες, ποιες πιθανές πηγές εξετάζονται ακόμη και γιατί δεν έχει καταστεί μέχρι σήμερα δυνατό να εντοπιστεί η προέλευση των συγκεκριμένων συρροών.
Στο επίκεντρο και η καθυστέρηση της ιχνηλασιμότητας
Ένα ακόμη ζήτημα που θέτει αφορά το σύστημα ιχνηλασιμότητας τροφίμων που προβλέπεται από το Food Safety Modernization Act (FSMA). Η σχετική διάταξη, γνωστή ως FSMA Section 204, σχεδιάστηκε ώστε οι αρχές να μπορούν να παρακολουθούν την πορεία ενός τροφίμου από το σημείο πώλησης πίσω στην αλυσίδα εφοδιασμού και, τελικά, στο χωράφι όπου παρήχθη. Ωστόσο, η ημερομηνία συμμόρφωσης με τις σχετικές απαιτήσεις έχει μετατεθεί για το 2028.
Ο Marler θεωρεί ότι η τρέχουσα επιδημία δείχνει ακριβώς γιατί η αποτελεσματική ιχνηλασιμότητα είναι απαραίτητη. Σε μια μεγάλη επιδημία τροφιμογενούς νόσου, η δυνατότητα να εντοπιστεί γρήγορα η προέλευση ενός προϊόντος μπορεί να περιορίσει την έκταση της έκθεσης των καταναλωτών και να επιταχύνει τις ανακλήσεις και τις διορθωτικές ενέργειες.
Το ζήτημα του νερού άρδευσης και της Cyclospora
Ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της παρέμβασης αφορά το νερό που χρησιμοποιείται στην καλλιέργεια τροφίμων. Σύμφωνα με τον Marler, οι απαιτήσεις για το γεωργικό νερό εστιάζουν σε μικροβιολογικό δείκτη E. coli, όμως η παρουσία ή απουσία αυτού του δείκτη δεν μπορεί από μόνη της να επιβεβαιώσει την απουσία Cyclospora.
Η ίδια η FDA, όπως αναφέρεται στο σχετικό σχέδιο δράσης για την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την έρευνα γύρω από τη Cyclospora, αναγνωρίζει ότι οι συνήθεις μέθοδοι ελέγχου με δείκτες δεν μπορούν να εντοπίσουν άμεσα το συγκεκριμένο παράσιτο. Ο Marler ζητά επομένως να ενταχθεί ρητά η Cyclospora στους προβληματισμούς της νομοθεσίας για το γεωργικό νερό και να ενισχυθούν οι έλεγχοι στις περιοχές παραγωγής.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η τρέχουσα επιδημία έχει συνδεθεί ερευνητικά με παραγωγή στην κεντρική περιοχή του Μεξικού κατά την άνοιξη, αν και η ακριβής πηγή της επιδημίας δεν έχει αποδειχθεί οριστικά. Ο Marler υπενθυμίζει ότι μετά από μεγάλη επιδημία του 2013 που είχε επίσης συνδεθεί με την ίδια περιοχή, η FDA είχε ανακοινώσει ότι θα πραγματοποιούσε δειγματοληψίες νερού.
Το ερώτημα που θέτει είναι αν οι συγκεκριμένοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν και, κυρίως, αν τα αποτελέσματά τους αξιοποιήθηκαν ώστε να αποτραπεί μια νέα επιδημία.
Πέντε άμεσες κινήσεις για τη νέα επίτροπο
Ο Bill Marler είχε ήδη δημοσιεύσει στις 7 Αυγούστου ένα ευρύτερο σύνολο προτάσεων προς FDA και CDC για την αντιμετώπιση της επιδημίας Cyclospora. Από αυτές ξεχωρίζει πέντε ενέργειες που, κατά την άποψή του, μπορούν να πραγματοποιηθούν από την ίδια την ηγεσία του FDA χωρίς να απαιτηθεί νέα νομοθεσία από το Κογκρέσο, πρόσθετη χρηματοδότηση ή πολιτική αλλαγή στον Λευκό Οίκο.
Πρώτη είναι η άμεση αποσαφήνιση της ηγεσίας του τομέα ανθρώπινων τροφίμων. Δεύτερη, η εξέταση και αποδοχή του αιτήματος για μεγαλύτερη διαφάνεια σχετικά με τις εταιρείες και την προέλευση των τροφίμων που συνδέονται με ασθένειες. Τρίτη, η δημοσιοποίηση περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τις συρροές Cyclospora των οποίων η πηγή παραμένει άγνωστη.
Τέταρτη είναι η επαναφορά της εφαρμογής των απαιτήσεων ιχνηλασιμότητας στην ατζέντα, αντί της αναμονής μέχρι το 2028. Πέμπτη είναι η αντιμετώπιση της Cyclospora ως ξεχωριστού κινδύνου στο πλαίσιο των ελέγχων του γεωργικού νερού και η πραγματοποίηση ελέγχων στις περιοχές παραγωγής.
«Μία ώρα με έναν ασθενή»
Πέρα όμως από τις διοικητικές και επιστημονικές παρεμβάσεις, ο Marler θέτει και ένα διαφορετικό αίτημα προς τη νέα επικεφαλής του FDA. Της ζητά να αφιερώσει μία ώρα σε έναν άνθρωπο που νόσησε από την επιδημία ή σε συγγενείς κάποιου από τους δύο ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους. Όχι σε μια επίσημη ενημέρωση, ούτε σε μια συνάντηση με εκπροσώπους της βιομηχανίας, αλλά σε μια προσωπική συζήτηση με έναν άνθρωπο που βίωσε τις συνέπειες της τροφιμογενούς νόσου.
Για τον Marler, αυτή η εμπειρία είναι απαραίτητη ώστε η ηγεσία του FDA να αντιληφθεί την πραγματική διάσταση μιας επιδημίας πέρα από τους αριθμούς, τα διαγράμματα και τις διοικητικές αναφορές. Η παρέμβασή του καταλήγει σε ένα σαφές μήνυμα προς τη νέα επικεφαλής: η εμπιστοσύνη του κοινού στην ασφάλεια των τροφίμων δεν μπορεί να δημιουργηθεί απλώς με δηλώσεις καθησυχασμού. Πρέπει να κερδηθεί μέσα από αποτελεσματικές έρευνες, διαφάνεια, ιχνηλασιμότητα και συγκεκριμένες ενέργειες πρόληψης.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε μια επιδημία που, με βάση τα στοιχεία που παραθέτει, έχει ήδη οδηγήσει σε 15.716 επιβεβαιωμένες λοιμώξεις, 828 νοσηλείες και δύο θανάτους, ενώ χιλιάδες ακόμη περιστατικά παραμένουν υπό διερεύνηση.