Η ασφάλεια των βρώσιμων εντόμων και άλλων «νέων τροφίμων» περνά στο μικροσκόπιο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA), καθώς η παγκόσμια στροφή προς εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης δημιουργεί νέες ανάγκες για επιστημονικά δεδομένα, κοινές μεθόδους ελέγχου και σαφέστερη αξιολόγηση των κινδύνων.
Μέσω του Κοινού Κέντρου FAO/IAEA για τις Πυρηνικές Τεχνικές στα Τρόφιμα και τη Γεωργία, ξεκινά πενταετές Συντονισμένο Ερευνητικό Πρόγραμμα (Coordinated Research Project – CRP) με τίτλο «Investigating the Safety of Edible Insects, Other Novel Foods and Hazards Associated with their Production and Processing Practices», δηλαδή «Διερεύνηση της ασφάλειας των βρώσιμων εντόμων, άλλων νέων τροφίμων και των κινδύνων που συνδέονται με τις πρακτικές παραγωγής και επεξεργασίας τους». Το πρόγραμμα έχει ως στόχο να δημιουργήσει επιστημονικά δεδομένα για ρύπους, κατάλοιπα και άλλους κινδύνους που σχετίζονται τόσο με τα ίδια τα τρόφιμα όσο και με τον τρόπο παραγωγής και επεξεργασίας τους. Τα δεδομένα αναμένεται να υποστηρίξουν μελλοντικές αξιολογήσεις κινδύνου και την ανάπτυξη προτύπων ασφάλειας τροφίμων.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Αναψυκτικά: Η καθημερινή κατανάλωση συνδέεται με υπερδιπλάσιο κίνδυνο καρκίνου του στομάχου – Νέα έρευνα
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα έντομα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως εναλλακτική πηγή πρωτεΐνης για τον άνθρωπο αλλά και ως συστατικό ζωοτροφών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν την ανακοίνωση, έχουν καταγραφεί περισσότερα από 2.000 είδη βρώσιμων εντόμων παγκοσμίως, ενώ περίπου 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού, καταναλώνουν ήδη έντομα. Τουλάχιστον 113 χώρες καταναλώνουν ένα ή περισσότερα είδη εντόμων, με την πρακτική να έχει μακρά παράδοση σε περιοχές της Αφρικής, της Ασίας και του Ειρηνικού και της Λατινικής Αμερικής.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ |Ροδάκινο ή βερίκοκο με σπασμένο κουκούτσι: Υπάρχει κίνδυνος από το υδροκυάνιο;
Η διεύρυνση της κατανάλωσης σε νέες αγορές, ωστόσο, δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις ασφάλειας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, τα έντομα εμπίπτουν στο καθεστώς των Novel Foods, δηλαδή των νέων τροφίμων. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία θεωρεί ως βασικό κριτήριο το αν ένα τρόφιμο δεν είχε καταναλωθεί σε σημαντικό βαθμό στην ΕΕ πριν από τις 15 Μαΐου 1997, ενώ η ισχύουσα νομοθεσία περιλαμβάνει ρητά τα ολόκληρα έντομα και τα μέρη τους στην κατηγορία των νέων τροφίμων.
Αυτό σημαίνει ότι ένα έντομο δεν μπορεί απλώς να κυκλοφορήσει ως τρόφιμο στην ευρωπαϊκή αγορά επειδή θεωρείται θρεπτικό ή βιώσιμο. Τα νέα τρόφιμα πρέπει να αξιολογούνται ως προς την ασφάλειά τους και να περιλαμβάνονται στον ενωσιακό κατάλογο των εγκεκριμένων Novel Foods, με τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις χρήσης και επισήμανσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η αξιολόγηση ασφάλειας πραγματοποιείται με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, με την EFSA να εξετάζει μεταξύ άλλων πιθανούς κινδύνους για την υγεία.
Ποιοι κίνδυνοι ανησυχούν τους επιστήμονες
Η νέα έρευνα της FAO και της IAEA δεν ξεκινά από την παραδοχή ότι τα βρώσιμα έντομα είναι επικίνδυνα. Αντίθετα, επιχειρεί να καλύψει σημαντικά κενά γνώσης που εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω από την ασφάλειά τους.
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι οι μικροβιολογικοί κίνδυνοι. Τα έντομα είναι πλούσια σε πρωτεΐνες και περιέχουν υγρασία, συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν την ανάπτυξη μικροοργανισμών εάν η εκτροφή, η συγκομιδή, η επεξεργασία ή η αποθήκευσή τους δεν πραγματοποιούνται υπό κατάλληλες συνθήκες. Η IAEA επισημαίνει ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για το πώς οι διαφορετικές πρακτικές παραγωγής και επεξεργασίας επηρεάζουν αυτούς τους κινδύνους.
Εξίσου σημαντικοί είναι οι χημικοί κίνδυνοι. Τα έντομα μπορούν να προσλαμβάνουν ουσίες από το περιβάλλον τους, μεταξύ άλλων φυσικές τοξίνες ή γεωργικά χημικά, και ορισμένες από αυτές τις ουσίες μπορεί να μεταφερθούν στην τροφική αλυσίδα. Για τον λόγο αυτό, το πρόγραμμα θα εξετάσει ρύπους και κατάλοιπα και θα προσπαθήσει να αποσαφηνίσει σε ποιο βαθμό οι διαφορετικές συνθήκες εκτροφής και διατροφής των εντόμων επηρεάζουν το τελικό προϊόν.
Παράλληλα, υπάρχουν ζητήματα που αφορούν φυσικούς κινδύνους, αλλεργιογόνα και τη σύνθεση των προϊόντων. Η EFSA έχει επισημάνει ότι η αξιολόγηση των εντόμων είναι ιδιαίτερα απαιτητική επειδή πρόκειται για σύνθετους οργανισμούς και επειδή σε πολλά προϊόντα καταναλώνεται ολόκληρο το έντομο. Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι η αλλεργιογονικότητα, καθώς οι πρωτεΐνες των εντόμων μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις σε ευαίσθητα άτομα, ενώ έχει εξεταστεί και το ενδεχόμενο διασταυρούμενων αντιδράσεων με άλλα αλλεργιογόνα.
Δεν εξετάζονται μόνο τα έντομα
Το πρόγραμμα της IAEA έχει ευρύτερο πεδίο. Εκτός από τα βρώσιμα έντομα, περιλαμβάνει και άλλες κατηγορίες Novel Foods, όπως τρόφιμα που προέρχονται από νέες ή τροποποιημένες μοριακές δομές, από κυτταροκαλλιέργειες ή καλλιέργειες ιστών, καθώς και τρόφιμα που προέρχονται από φυτά, μικροοργανισμούς, μύκητες ή άλγη.
Στόχος είναι να εξεταστούν τόσο ήδη γνωστοί όσο και άγνωστοι ή ανεπαρκώς μελετημένοι κίνδυνοι. Οι επιστήμονες θα αναζητήσουν δεδομένα για τα επίπεδα και τα πρότυπα εμφάνισης των κινδύνων, θα μελετήσουν πώς οι πρακτικές παραγωγής και επεξεργασίας επηρεάζουν τους χημικούς και βιολογικούς κινδύνους και θα αναπτύξουν ή θα βελτιστοποιήσουν αναλυτικές μεθόδους για τον εντοπισμό τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το πρόγραμμα δεν θα περιοριστεί σε μία συγκεκριμένη τεχνολογία. Θα αξιοποιήσει πυρηνικές, ισοτοπικές και συμπληρωματικές αναλυτικές τεχνικές, με στόχο τον ακριβέστερο εντοπισμό χημικών, βιολογικών και φυσικών κινδύνων.
Σύμφωνα με έγγραφο του Codex Alimentarius, το πρόγραμμα αναμένεται να παράγει επιστημονικά δεδομένα για μολυσματικούς παράγοντες, κατάλοιπα και άλλους κινδύνους που συνδέονται με την παραγωγή και την επεξεργασία των βρώσιμων εντόμων και άλλων νέων τροφίμων. Η τελική επιδίωξη είναι τα δεδομένα αυτά να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αξιολόγηση κινδύνου και στη μελλοντική ανάπτυξη προτύπων ασφάλειας τροφίμων.
Έως 15 ερευνητικές συμβάσεις
Το πρόγραμμα έχει σχεδιαστεί ώστε να συμμετάσχουν ερευνητικοί φορείς από κράτη-μέλη και άλλοι ενδιαφερόμενοι εταίροι. Προβλέπονται έως 15 research contracts και τουλάχιστον πέντε research agreement holders. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται να συγκεντρωθούν δεδομένα από διαφορετικές χώρες, είδη εντόμων, συστήματα παραγωγής και πρακτικές επεξεργασίας.
Η διεθνής διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η παραγωγή και κατανάλωση εντόμων δεν ακολουθεί ένα ενιαίο μοντέλο. Άλλο είναι ένα έντομο που συλλέγεται από το φυσικό περιβάλλον και άλλο ένα είδος που εκτρέφεται σε ελεγχόμενες μονάδες. Παράλληλα, διαφορετικές είναι οι πρακτικές διατροφής, συγκομιδής, θανάτωσης, θερμικής επεξεργασίας, ξήρανσης, άλεσης και αποθήκευσης. Η IAEA θεωρεί ότι αυτές οι διαφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση των κινδύνων.
Παράλληλο πρόγραμμα για την ακτινοβόληση των τροφίμων
Την ίδια περίοδο, η Κοινή Διεύθυνση FAO/IAEA έχει ξεκινήσει και ένα δεύτερο πενταετές Συντονισμένο Ερευνητικό Πρόγραμμα, με τίτλο «Modelling to Facilitate Uptake and Application of Food and Phytosanitary Irradiation». Στόχος του είναι να διευκολύνει την εφαρμογή της ακτινοβόλησης τροφίμων και της φυτοϋγειονομικής ακτινοβόλησης, χρησιμοποιώντας προηγμένα μοντέλα και προσομοιώσεις.
Η ακτινοβόληση τροφίμων χρησιμοποιεί, ανάλογα με την εφαρμογή, ακτίνες γάμμα, δέσμες ηλεκτρονίων ή ακτίνες Χ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό παθογόνων και άλλων μικροοργανισμών, την καταπολέμηση εντόμων και τη μείωση αλλοιώσεων, ενώ χρησιμοποιείται επίσης σε φυτοϋγειονομικές εφαρμογές που διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο γεωργικών προϊόντων.
Το πρόβλημα που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το νέο πρόγραμμα είναι ότι ο σχεδιασμός και η επικύρωση μιας αποτελεσματικής διαδικασίας ακτινοβόλησης μπορεί να απαιτεί πολλές και δαπανηρές φυσικές δοκιμές. Το αποτέλεσμα επηρεάζεται από το είδος και το σχήμα του τροφίμου, τη συσκευασία, τη θερμοκρασία, τις συνθήκες αποθήκευσης και τον τύπο της ακτινοβολίας. Όταν αλλάζει ένα από αυτά τα στοιχεία, συχνά απαιτούνται νέες δοκιμές.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, οι ερευνητές θα αναπτύξουν και θα εναρμονίσουν μαθηματικά μοντέλα και εργαλεία προσομοίωσης. Ιδιαίτερο ρόλο θα έχουν οι προσομοιώσεις Monte Carlo, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πρόβλεψη της κατανομής της ακτινοβολίας στο εσωτερικό διαφορετικών τροφίμων και συσκευασιών. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για συστήματα με δέσμες ηλεκτρονίων και ακτίνες Χ, όπου η δόση μπορεί να παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό ενός προϊόντος.
Παράλληλα, οι επιστήμονες θα μελετήσουν τον τρόπο με τον οποίο μικροοργανισμοί και επιβλαβή έντομα ανταποκρίνονται στην ακτινοβόληση υπό διαφορετικές συνθήκες. Σκοπός είναι να συνδυαστούν τα δεδομένα της ακτινοβολίας με παραμέτρους όπως η συσκευασία, η θερμοκρασία και η αποθήκευση, ώστε να δημιουργηθούν πιο ακριβή πρωτόκολλα για την ασφάλεια των τροφίμων και τις φυτοϋγειονομικές εφαρμογές.
Η IAEA επιδιώκει επίσης να δημιουργηθούν επικυρωμένα και εναρμονισμένα μοντέλα, τα οποία θα μπορούν να αξιοποιηθούν από χώρες με διαφορετικό επίπεδο τεχνικής υποδομής. Στα αναμενόμενα αποτελέσματα περιλαμβάνονται μοντέλα που θα συνδέουν τις συνθήκες ακτινοβόλησης με την ποιότητα των τροφίμων και τα βιολογικά αποτελέσματα, η χρήση προσομοιώσεων Monte Carlo ως εργαλείου «εικονικής δοσιμετρίας», η ενίσχυση των διεθνών προτύπων δοσιμετρίας και η ανάπτυξη πρακτικών εργαλείων που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται ευρύτερα από τη βιομηχανία και τις αρμόδιες αρχές.
Γιατί ενδιαφέρει την ασφάλεια τροφίμων
Τα δύο προγράμματα εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της FAO και της IAEA να αξιοποιήσουν πυρηνικές και συναφείς τεχνολογίες για την ενίσχυση της ασφάλειας και του ελέγχου των τροφίμων. Το Κοινό Κέντρο FAO/IAEA υποστηρίζει ήδη περισσότερα από 80 προγράμματα τεχνικής συνεργασίας της IAEA στον τομέα της ασφάλειας και του ελέγχου τροφίμων.
Στην περίπτωση των εντόμων, η ανάγκη για περισσότερα δεδομένα συνδέεται με την ταχύτητα με την οποία αναπτύσσεται ο τομέας των εναλλακτικών τροφίμων. Το γεγονός ότι ένα τρόφιμο είναι βιώσιμο, πλούσιο σε πρωτεΐνη ή αποτελεί παραδοσιακό τρόφιμο σε ορισμένες περιοχές δεν σημαίνει από μόνο του ότι όλες οι μορφές παραγωγής και επεξεργασίας του παρουσιάζουν τον ίδιο βαθμό ασφάλειας.
Αντίστοιχα, στην ακτινοβόληση, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η ύπαρξη μιας τεχνολογίας, αλλά η δυνατότητα να σχεδιαστεί και να ελεγχθεί με ακρίβεια η κατάλληλη διαδικασία για κάθε προϊόν και κάθε εφαρμογή.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επισημάνει ότι η εγκεκριμένη ακτινοβόληση τροφίμων δεν καθιστά τα τρόφιμα ραδιενεργά και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταπολέμηση μικροοργανισμών και εντόμων που προκαλούν αλλοίωση ή ασθένεια. Η αποτελεσματικότητα και η καταλληλότητα, ωστόσο, εξαρτώνται από τη σωστή εφαρμογή της διαδικασίας και τις προβλεπόμενες συνθήκες.
Έτσι, τα δύο νέα ερευνητικά προγράμματα της FAO/IAEA κινούνται σε διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά μέτωπα: το πρώτο προσπαθεί να καλύψει τα επιστημονικά κενά γύρω από την ασφάλεια των εντόμων και άλλων νέων τροφίμων, ενώ το δεύτερο επιχειρεί να κάνει την ακτινοβόληση τροφίμων και τις φυτοϋγειονομικές εφαρμογές της πιο προβλέψιμες, τεκμηριωμένες και πρακτικά εφαρμόσιμες.
Το κοινό σημείο είναι η ανάγκη για περισσότερα αξιόπιστα και συγκρίσιμα επιστημονικά δεδομένα, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να αξιολογούν τους κινδύνους και τα οφέλη με μεγαλύτερη ακρίβεια, ενώ οι νέες τεχνολογίες και πηγές τροφίμων περνούν από το στάδιο της καινοτομίας σε αυτό της ευρύτερης χρήσης.