Νέα τεστ αποκαλύπτουν εκτεταμένη επιβάρυνση ψωμιού, ζυμαρικών και δημητριακών με TFA – Το BfR δίνει προσωρινή εκτίμηση κινδύνου αλλά με άλλα στοιχεία
Το πρόσφατο πανευρωπαϊκό τεστ της Pan Europe απoκάλυψε εκτεταμένη παρουσία τριφθοροξικού οξέος (TFA), ενός επίμονου και τοξικού PFAS, σε βασικά προϊόντα δημητριακών σε όλη την Ευρώπη. Το TFA βρέθηκε στο 81,8% των 66 προϊόντων που εξετάστηκαν, με μέση συγκέντρωση 78,9 μg/kg και τιμές που έφτασαν έως 360 μg/kg, δηλαδή έως και 100 φορές υψηλότερες από τα επίπεδα πόσιμου νερού. Τα προϊόντα σίτου εμφάνισαν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση. Το προκαθορισμένο όριο των 10 μg/kg ξεπεράστηκε στα 53 δείγματα. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η διατροφή αποτελεί πλέον σημαντική πηγή έκθεσης των πολιτών σε PFAS. Η εκτιμώμενη ημερήσια πρόσληψη φτάνει το 70% του ανώτατου ορίου για ενήλικες και το 184% για παιδιά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση και ρύθμιση.
Χθες 10 Δεκεμβρίου το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Αξιολόγησης Κινδύνων (BfR) 2025 επιχείρησε να δώσει μια πρώτη αποτίμηση της κατάστασης, αξιοποιώντας αποκλειστικά τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, όχι όμως από την έκθεση της PAN europe, αλλά από μετρήσεις ενός “Verein” (ενός συλλόγου/οργανισμού), ο οποίος εντόπισε υπολείμματα TFA σε προϊόντα δημητριακών. Σύμφωνα με τις εν λόγω μετρήσεις, διάφορα προϊόντα δημητριακών που κυκλοφορούν στην αγορά περιείχαν υπολείμματα TFA σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. Ο μέσος όρος των δειγμάτων προσδιορίστηκε στα 0,078 mg ανά κιλό προϊόντος, ενώ το υψηλότερο επίπεδο που καταγράφηκε έφτασε τα 0,360 mg/kg και αφορούσε δείγμα μούσλι. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Ινστιτούτο πραγματοποίησε μια υπολογιστική προσέγγιση για την πιθανή έκθεση των καταναλωτών.
Σύμφωνα με το BfR, ένα άτομο σωματικού βάρους 60 κιλών θα έπρεπε να καταναλώσει τουλάχιστον οκτώ κιλά μούσλι την ημέρα για να υπερβεί τους υγειονομικούς δείκτες ασφαλούς πρόσληψης που ισχύουν για το TFA, μετά την ανανέωσή τους στο πλαίσιο της αξιολόγησης του δραστικού φυτοπροστατευτικού παράγοντα flufenacet. Οι τιμές αυτές ορίζουν αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) 0,05 mg ανά κιλό σωματικού βάρους. Η συγκεκριμένη τιμή προέρχεται από επιστημονική διαδικασία της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), η οποία είχε κρίνει ότι δεν ήταν απαραίτητη η καθορισμένη οξεία δόση αναφοράς (ARfD). Ωστόσο, το BfR, στη δική του ανάλυση, θεωρεί πως είναι σκόπιμο να υιοθετηθεί και τιμή ARfD ίση με την ADI, δηλαδή επίσης 0,05 mg/kg σωματικού βάρους.
Η ανακοίνωση διευκρινίζει ότι το Ίδρυμα δεν διαθέτει επί του παρόντος επαρκή στοιχεία για την προέλευση των συγκεντρώσεων TFA που καταγράφηκαν στα διάφορα προϊόντα δημητριακών. Το TFA μπορεί να προκύπτει ως μεταβολίτης συγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών ουσιών, ωστόσο αυτός δεν είναι ο μοναδικός δυνητικός μηχανισμός εισόδου του στο περιβάλλον ή στα τρόφιμα. Το BfR αναφέρει χαρακτηριστικά ότι υπάρχουν και άλλα πιθανά μονοπάτια επιβάρυνσης, όπως η διάχυση από φθοριωμένα ψυκτικά και προωθητικά μέσα. Μέχρι στιγμής, οι αρμόδιες γερμανικές και διεθνείς αρχές δεν έχουν καταλήξει σε σαφές συμπέρασμα που να εξηγεί την πηγή ή τους μηχανισμούς μέσω των οποίων εμφανίζονται αυτές οι συγκεντρώσεις στα τελικά τρόφιμα.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η EFSA εξετάζει εκ νέου τους υγειονομικούς δείκτες για το TFA κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρόκειται για μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουν, πέραν της EFSA, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Χημική Υπηρεσία (ECHA), η οποία είναι αρμόδια για την ταξινόμηση των χημικών ιδιοτήτων της ουσίας. Το BfR δηλώνει ότι θα επικαιροποιήσει τη δική του εκτίμηση μόλις δημοσιευθούν τα νέα ευρήματα που θα προκύψουν από αυτή τη συντονισμένη αξιολόγηση.
Το Ινστιτούτο τονίζει ότι, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, δεν αναμένεται κίνδυνος για την υγεία του πληθυσμού από τη συγκεκριμένη έκθεση, δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις που εντοπίστηκαν στα προϊόντα απέχουν σημαντικά από τα όρια πρόσληψης. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι το TFA έχει ταξινομηθεί ως ουσία που μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα. Το θέμα βρίσκεται ήδη υπό ενδελεχή διερεύνηση από ειδικούς διαφόρων επιστημονικών κλάδων, καθώς η φύση της ουσίας και η χρήση της σε πολλαπλές βιομηχανικές και αγροτικές εφαρμογές καθιστούν αναγκαία μια συνεκτική αξιολόγηση. Το BfR τονίζει ότι η αξιολόγηση βασίζεται αυστηρά στα δεδομένα που τέθηκαν στη διάθεσή του και αποτελεί μια προσωρινή αποτίμηση έως ότου ολοκληρωθούν οι ευρύτερες ευρωπαϊκές διαδικασίες επανεξέτασης.