Νέα μελέτη αποκαλύπτει το προφίλ, τα κίνητρα και τις Προσδοκίες όσων επισκέπτονται ελαιοτουριστικούς χώρους
Ο τουρισμός της ελιάς (που ονομάζεται επίσης τουρισμός ελαιολάδου ή ελαιοτουρισμός) στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένα ανεπτυγμένος, παρά το γεγονός ότι η χώρα συγκαταλέγεται στους κορυφαίους παραγωγούς ελαιολάδου παγκοσμίως. Νέα πανεπιστημιακή έρευνα καταγράφει με συστηματικό τρόπο ποιοι είναι οι Έλληνες που επισκέπτονται ελαιοτριβεία, μουσεία ελιάς και συναφείς χώρους, τι ζητούν και πώς αντιλαμβάνονται την εμπειρία.
Η μελέτη βασίστηκε σε 55 συνεντεύξεις με επισκέπτες ελαιοτουριστικών χώρων σε διάφορες περιοχές της χώρας και πραγματοποιήθηκε το 2023. Την επιστημονική ευθύνη είχαν ερευνητές από το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και το Τμήμα Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Sustainability.
Σύμφωνα με τα δεδομένα, ο ελαιοτουρίστας στην Ελλάδα είναι κατά κύριο λόγο εγχώριος επισκέπτης, μέσης ηλικίας, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και μεσαίο έως σχετικά υψηλό εισόδημα. Η πλειονότητα των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας κινήθηκε γύρω στα 39 έτη. Πάνω από τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων είχαν ολοκληρώσει πανεπιστημιακές ή μεταπτυχιακές σπουδές, στοιχείο που δείχνει ότι το συγκεκριμένο είδος τουρισμού προσελκύει κοινό με αυξημένες απαιτήσεις γνώσης και περιεχομένου.
Οι περισσότερες επισκέψεις ήταν προσχεδιασμένες και ενταγμένες στο συνολικό ταξιδιωτικό πρόγραμμα, χωρίς όμως να συνδυάζονται συχνά με διανυκτέρευση. Μόλις περίπου ένας στους τέσσερις επισκέπτες παρέμεινε τουλάχιστον ένα βράδυ στην περιοχή. Αυτό υποδηλώνει ότι ο ελαιοτουρισμός λειτουργεί κυρίως ως ημερήσια δραστηριότητα και όχι ως αυτόνομος λόγος πολυήμερης παραμονής.
Τα βασικά κίνητρα των επισκεπτών συγκεντρώνονται σε τρεις άξονες. Ο πρώτος αφορά το προσωπικό ενδιαφέρον για την ελιά και το ελαιόλαδο ως προϊόν, καλλιέργεια και πολιτισμικό στοιχείο. Ο δεύτερος σχετίζεται με την αναζήτηση γνώσης γύρω από την ιστορία, την παραγωγική διαδικασία και τις χρήσεις του ελαιολάδου. Ο τρίτος συνδέεται με την τοπική καταγωγή και τις οικογενειακές ρίζες, καθώς αρκετοί επισκέπτες βλέπουν την ελιά ως στοιχείο της προσωπικής ή κοινοτικής τους ταυτότητας.
Σε επίπεδο εμπειριών, οι πιο δημοφιλείς δραστηριότητες είναι οι οργανωμένες ξεναγήσεις σε ελαιοτριβεία, η εξερεύνηση θεματικών διαδρομών ελιάς και η συμμετοχή στη συγκομιδή. Οι επισκέπτες δείχνουν σαφή προτίμηση σε βιωματικές και υπαίθριες δράσεις που τους φέρνουν σε άμεση επαφή με το τοπίο και την παραγωγή. Αντίθετα, δραστηριότητες όπως τα εργαστήρια οικιακής παραγωγής ελαιολάδου ή οι θεραπείες ευεξίας με βάση το ελαιόλαδο συγκεντρώνουν χαμηλότερο ενδιαφέρον.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το περιεχόμενο των εργαστηρίων που προτιμούν οι επισκέπτες. Υψηλά ποσοστά συγκεντρώνουν θεματικές γύρω από τις διατροφικές ιδιότητες του ελαιολάδου, τη χρήση του στη μεσογειακή διατροφή, τις πολλαπλές εφαρμογές του πέρα από τη γαστρονομία, καθώς και τον πολιτισμικό ρόλο της ελιάς από την αρχαιότητα έως σήμερα. Αντίθετα, ζητήματα που αφορούν τη σύγκρουση παραδοσιακών και εντατικών μεθόδων καλλιέργειας ή τεχνικά θέματα παραγωγής φαίνεται να ενδιαφέρουν λιγότερο το ευρύ κοινό.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ότι ο ελαιοτουρισμός στην Ελλάδα έχει έντονα κοινωνικό χαρακτήρα. Οι περισσότεροι επισκέπτες ταξιδεύουν με φίλους, οικογένεια ή σύντροφο, ενώ οι οργανωμένες ομαδικές εκδρομές παραμένουν περιορισμένες. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εικόνα του ελαιοτουρισμού ως εμπειρίας κοινής μάθησης και αναψυχής, και όχι μαζικού προϊόντος.
Συνολικά, τα ευρήματα αποτυπώνουν έναν τύπο επισκέπτη που δεν αναζητά απλώς κατανάλωση ή ψυχαγωγία, αλλά ουσιαστική επαφή με τη γνώση, την παραγωγή και το πολιτισμικό υπόβαθρο της ελιάς. Παράλληλα, αναδεικνύεται το γεγονός ότι, παρά το πλούσιο υλικό και συμβολικό κεφάλαιο της ελιάς στην Ελλάδα, ο ελαιοτουρισμός παραμένει αποσπασματικός, με περιορισμένη διάρκεια παραμονής και χωρίς ακόμη να έχει διαμορφωθεί ως ολοκληρωμένο τουριστικό προϊόν.
Συμπερασματικά, τα δεδομένα από αυτήν τη μελέτη παρέχουν μια πρακτική βάση για τα ενδιαφερόμενα μέρη, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους παρόχους τουρισμού για να ενημερώσουν τις πολιτικές για την ελαιοκαλλιέργεια, να προσαρμόσουν τα υπάρχοντα προϊόντα και υπηρεσίες ελαιοκαλλιέργειας και να σχεδιάσουν νέες, στοχευμένες εμπειρίες που ενθαρρύνουν τις διανυκτερεύσεις κοντά σε ελαιοπαραγωγικές περιοχές. Αυτές οι πρωτοβουλίες θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες της εξειδικευμένης εγχώριας αγοράς ελαιοκαλλιέργειας και, ενδεχομένως, να προσελκύσουν εισερχόμενους τουρίστες από χώρες όπου η κληρονομιά της ελιάς είναι εξίσου σημαντική ή εκτιμάται ως ένας έγκριτος, συμβολικά πλούσιος πόρος.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2071-1050/18/3/1521
Αναφορά: Κουρή Μαρία και Μάριος Κονδάκης. 2026. «Εξερευνώντας τον Τουρισμό της Ελιάς στην Ελλάδα: Αποκαλύπτοντας τα Προφίλ, τα Κίνητρα και τις Προσδοκίες των Εγχώριων Επισκεπτών»
Sustainability 18, αρ. 3: 1521. https://doi.org/10.3390/su18031521
