Ερευνητική μελέτη φωτίζει την προσωπική αντίληψη για το πόσα χρόνια πιστεύει κάποιος ότι θα ζήσει
Μια πρόσφατη επιστημονική ανασκόπηση εξετάζει τι καθορίζει το πόσα χρόνια πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε και καταλήγει ότι η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο DNA ή στις ιατρικές διαγνώσεις, αλλά κυρίως στις καθημερινές μας συνήθειες και στην εικόνα που έχουμε για την υγεία και το μέλλον μας.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου Ιατρικής και Φαρμακευτικής «Victor Babeș» της Τιμισοάρα στη Ρουμανία, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Καρδιαγγειακών Νοσημάτων της ίδιας πόλης, και δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Nutrients (MDPI). Πρόκειται για ολοκληρωμένη ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας της τελευταίας δεκαετίας, με δεδομένα από μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες, κλινικές έρευνες και μετα-αναλύσεις.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Νεκρό βρέφος από λιστερίωση – Μολύνθηκε από το γάλα που έπινε η μητέρα κατά την εγκυμοσύνη
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλείται γνωστό απορρυπαντικό ρούχων λόγω κινδύνου σοβαρών δερματικών εγκαυμάτων
Οι επιστήμονες επικεντρώνονται σε μια έννοια που ονομάζεται υποκειμενικό προσδόκιμο ζωής. Δεν αφορά το πόσα χρόνια προβλέπουν οι στατιστικές ότι θα ζήσει κάποιος, αλλά το πόσα χρόνια πιστεύει ο ίδιος ότι θα ζήσει. Αυτή η προσωπική εκτίμηση αποδεικνύεται ότι σχετίζεται στενά με τη μελλοντική υγεία, τη συμπεριφορά και τελικά τη θνησιμότητα.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ειδοποίηση άμεσης επικινδυνότητας για σφολιάτες ιδιωτικής ετικέτας μεγάλου σουπερμάρκετ – Καταγγελίες καταναλωτών
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ελλάδα – Προσοχή: Επεκτείνεται η ανάκληση γάλακτος. Δείτε μάρκες και παρτίδες
Σύμφωνα με τη μελέτη, δύο παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της προσδοκίας: ο ύπνος και η φυσική δραστηριότητα. Η καλή ποιότητα ύπνου, με σταθερό ωράριο και λιγότερες διακοπές μέσα στη νύχτα, συνδέεται με καλύτερη μεταβολική λειτουργία, χαμηλότερη φλεγμονή, καλύτερη διάθεση και υψηλότερη αίσθηση καθημερινής ενέργειας. Όλα αυτά επηρεάζουν άμεσα το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος τη σωματική και ψυχική του κατάσταση και, κατ’ επέκταση, το πόσο μακρύ θεωρεί το μέλλον του.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Φυτοφάρμακα σε τρόφιμα στην Ελλάδα: Τι δεν ανέφερε το ΥΠΑΑΤ στην επίσημη ανακοίνωση για τους ελέγχους τον Δεκέμβριο
Η φυσική δραστηριότητα λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Η τακτική κίνηση, ακόμη και ήπιας έντασης, σχετίζεται με καλύτερη καρδιοαναπνευστική ικανότητα, διατήρηση μυϊκής μάζας, χαμηλότερα επίπεδα στρες και καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Οι άνθρωποι που κινούνται συστηματικά τείνουν να αισθάνονται πιο λειτουργικοί, πιο ανθεκτικοί και πιο ικανοί να ελέγχουν την πορεία της υγείας τους. Αυτή η αίσθηση ελέγχου ενισχύει την προσδοκία ότι θα ζήσουν περισσότερα χρόνια.
Η ανασκόπηση δείχνει επίσης ότι ο ύπνος και η φυσική δραστηριότητα δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Ο κακός ύπνος μειώνει την ενέργεια και τη διάθεση για κίνηση την επόμενη ημέρα, ενώ η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας επιδεινώνει την ποιότητα του ύπνου. Όταν αυτός ο κύκλος γίνεται χρόνιος, επηρεάζεται αρνητικά η αντίληψη της υγείας και περιορίζεται ο χρονικός ορίζοντας με τον οποίο κάποιος βλέπει τη ζωή του.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μπήκαν σε ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ στο Βόλο και πέταξαν από τα ράφια τα μπισκότα ΒΙΟΛΑΝΤΑ
Η υποκειμενική προσδοκία ζωής δεν είναι απλώς μια σκέψη ή μια εκτίμηση. Σύμφωνα με τα δεδομένα που αναλύθηκαν, άτομα με χαμηλό προσδόκιμο ζωής τείνουν να επενδύουν λιγότερο σε συμπεριφορές που έχουν όφελος μακροπρόθεσμα, όπως η άσκηση, η τήρηση σταθερών ωραρίων ύπνου ή η πρόληψη. Αντίθετα, όσοι πιστεύουν ότι θα ζήσουν περισσότερα χρόνια είναι πιο πιθανό να υιοθετούν και να διατηρούν συνήθειες που στηρίζουν την υγεία τους.
Η διατροφή και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον αναγνωρίζονται ως σημαντικοί τροποποιητικοί παράγοντες, χωρίς όμως να αποτελούν το κύριο αντικείμενο της μελέτης. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η διατροφή, το άγχος, η εργασιακή πίεση και η πρόσβαση σε υγιεινές επιλογές επηρεάζουν τόσο τον ύπνο όσο και τη φυσική δραστηριότητα, και μέσω αυτών την αντίληψη της μελλοντικής ζωής.
Το βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι το πώς κοιμόμαστε και το πώς κινούμαστε επηρεάζει όχι μόνο τη βιολογική γήρανση αλλά και την ψυχολογική εικόνα που έχουμε για το μέλλον μας. Αυτή η εικόνα, με τη σειρά της, επηρεάζει τις καθημερινές μας επιλογές και τη συνέπεια με την οποία φροντίζουμε την υγεία μας. Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται μελλοντικές μακροχρόνιες μελέτες για να αποσαφηνιστεί πλήρως η κατεύθυνση αυτών των σχέσεων, ωστόσο τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η προσδοκία ζωής δεν είναι ουδέτερη, ούτε αδιάφορη, αλλά μέρος ενός δυναμικού συστήματος που συνδέει σώμα, συμπεριφορά και ψυχολογία.
Πιο απλά οι άνθρωποι που κοιμούνται καλύτερα και έχουν συστηματική φυσική δραστηριότητα τείνουν να πιστεύουν ότι θα ζήσουν περισσότερα χρόνια, όχι επειδή κάνουν έναν συνειδητό υπολογισμό για το προσδόκιμο ζωής τους, αλλά επειδή στην καθημερινότητά τους αισθάνονται πιο υγιείς, έχουν περισσότερη ενέργεια, καλύτερη ψυχική διάθεση και ισχυρότερη αίσθηση ελέγχου πάνω στο σώμα και τη ζωή τους, στοιχεία που διαμορφώνουν μια πιο θετική εικόνα για το μέλλον. Η μελέτη δεν εξετάζει εάν αυτές οι καθημερινές συνήθειες και συμπεριφορές εγγυώνται μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, αλλά ότι συνδέονται με υψηλότερο υποκειμενικό προσδόκιμο ζωής, το οποίο με τη σειρά του σχετίζεται με πιο συνεπή φροντίδα της υγείας και ευνοϊκότερες μακροπρόθεσμες εκβάσεις.
Για να διαβάσετε ολόκληρη τη μελέτη πατήστε ΕΔΩ