ΑρχικήΝέαΕστίαση / ΤουρισμόςΕλλάδα: Κρύβουν ποια εστιατόρια έχουν βρώμικες κουζίνες και μη ασφαλή τρόφιμα -...

Ελλάδα: Κρύβουν ποια εστιατόρια έχουν βρώμικες κουζίνες και μη ασφαλή τρόφιμα – 198 παραβάσεις, 111 καταγγελίες, μηδέν ονόματα

Τι αποκάλυψαν οι έλεγχοι του ΕΦΕΤ το 2025 και γιατί ο καταναλωτής δεν μαθαίνει ποιες επιχειρήσεις παραβίασαν τους κανόνες.

7 λεπτά ανάγνωσης

Μπορεί ένα εστιατόριο στην Ελλάδα, να σερβίρει επικίνδυνα τρόφιμα, να λειτουργεί μέσα σε εστίες μόλυνσης, να καταπατά κάθε κανόνα HACCP ή να παραπλανά ασύστολα τους καταναλωτές στην επισήμανση, να έχει εντοπιστεί από τις ελληνικές Αρχές και μάλιστα μετά απο καταγγελίες… κι εσείς αύριο να γευματίσετε εκεί έχοντας παντελή άγνοια; Στην Ελλάδα, η απάντηση δεν είναι απλώς «ναι»… είναι ένα ιδιότυπο -πλην επικίνδυνο- καθεστώς σιωπής.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κονσέρβα τόνου: Παράσιτα στο 96% των ωμών ψαριών που εξέτασε μελέτη – Συστάσεις σε καταναλωτές και βιομηχανία

- Advertisement -

Την ώρα που σε άλλες χώρες η διαφάνεια αποτελεί το ισχυρότερο όπλο προστασίας -με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς να δημοσιοποιούν πλήρη στοιχεία, επωνυμία, διεύθυνση και φωτογραφικό υλικό– εδώ η έλλειψη μιας δημόσιας, προσβάσιμης βάσης δεδομένων αφήνει τον καταναλωτή απροστάτευτο, μετατρέποντας κάθε έξοδο για φαγητό σε ρωσική ρουλέτα. Είναι σαν το κράτος να χτυπά συναγερμό για φωτιά, αλλά να αρνείται να πει στους πολίτες που ακριβώς βρίσκεται η φωτιά.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Ανακαλούνται πάνω από 145.000 πάστες και τιραμισού λόγω αζωχρωστικής

- Advertisement -

Κρατικός αξιωματούχος με αρμοδιότητα στην ασφάλεια τροφίμων μού είχε εξηγήσει προσωπικά τη λογική πίσω από τη μη δημοσιοποίηση των ονομάτων: αν οι επιχειρήσεις κατονομάζονταν, θα μπορούσαν να καταστραφούν οικονομικά. Η δικαιολογία αυτή θέτει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιον οφείλει τελικά να προστατεύει περισσότερο η Πολιτεία; Την επιχείρηση που λειτουργεί σε συνθήκες πλημμελούς υγιεινής ή διαθέτει μη ασφαλή τρόφιμα ή τους εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες, καταναλωτές που περνούν καθημερινά από τα τραπέζια της;

Τα μόνα στοιχεία που δημοσιοποιούνται είναι κυρίως όσα ανακοινώνουν οι Περιφέρειες για αγορανομικές παραβάσεις των κανόνων ΔΙΕΠΠΥ, που και σε αυτήν την πρακτική υπάρχουν έντονες αντιδράσεις από τον κλάδο- ενώ για τα σοβαρότερα ευρήματα που αφορούν άμεσα την υγιεινή και την ασφάλεια των τροφίμων, ακόμη και για μη ασφαλή τρόφιμα, ο καταναλωτής δεν μαθαίνει ποτέ σε ποια εστιατόρια εντοπίστηκαν.

Ο απολογισμός ελέγχων του ΕΦΕΤ για το 2025 προσφέρει αναλυτικότερη εικόνα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ειδικά για τα εστιατόρια, τις πιτσαρίες και τις ταβέρνες. Στη συγκεκριμένη κατηγορία καταγράφονται 985 επιθεωρήσεις: 661 τακτικές, 111 έπειτα από καταγγελίες, δύο που σχετίζονται με το ευρωπαϊκό Alert and Cooperation Network* (ACN) και 211 επανέλεγχοι. Ταυτόχρονα καταγράφονται 198 ευρήματα μη συμμόρφωσης.

Τα 198 ευρήματα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα 74 αφορούσαν τη γενική υγιεινή, 32 ανεπάρκεια ή μη εφαρμογή συστημάτων αυτοελέγχου HACCP, 12 για παραγωγή και σερβίρισμα μη ασφαλών τροφίμων 20 ζητήματα επισήμανσης, παρουσίασης ή διαφήμισης και 60 άλλες μη συμμορφώσεις. Με αναγωγή επί των 198 ευρημάτων, η γενική υγιεινή αντιστοιχεί στο 37,4%, το HACCP στο 16,2%,τα μη ασφαλή τρόφιμα στο 6,1%, η επισήμανση στο 10,1% και οι λοιπές περιπτώσεις στο 30,3%.

Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο κενό. Ο πολίτης που διαβάζει αυτά τα στοιχεία (αν τα βρει) δεν μαθαίνει ποιες επιχειρήσεις αφορούν. Ούτε μπορεί από τον συγκεκριμένο πίνακα να υπολογίσει πόσα διαφορετικά εστιατόρια βρέθηκαν μη συμμορφούμενα. Ο ίδιος ο ΕΦΕΤ χρησιμοποιεί διαφορετικό τρόπο όταν υπολογίζει επίσημο ποσοστό μη συμμορφούμενων εγκαταστάσεων: το ποσοστό υπολογίζεται επί των εγκαταστάσεων που επιθεωρήθηκαν και δεν περιλαμβάνει τους επανελέγχους. Για το σύνολο της αγοράς τροφίμων το 2025 ελέγχθηκαν 8.610 εγκαταστάσεις και 684 χαρακτηρίστηκαν μη συμμορφούμενες, δηλαδή 7,9%. Για τα εστιατόρια, όμως, ο δημοσιευμένος αναλυτικός πίνακας δεν δίνει τον απαραίτητο αριθμό μοναδικών ελεγχθεισών και μη συμμορφούμενων επιχειρήσεων ώστε να προκύψει ανάλογο ποσοστό.

Και κάπου εδώ η ελληνική εκδοχή της «διαφάνειας» τελειώνει. Ο καταναλωτής πληροφορείται ότι υπήρξαν 74 ευρήματα σχετικά με τη γενική υγιεινή και 12 για μη ασφαλή τρόφιμα, αλλά δεν ξέρει και δεν θα μάθει ποτέ, σε ποια εστιατόρια καταγράφηκαν. Μπορεί να γνωρίζει τη βαθμολογία ενός καταστήματος στο Google, να διαβάσει εκατοντάδες κριτικές για το σέρβις, να δει φωτογραφίες κάθε πιάτου και να μάθει αν η καρμπονάρα ήταν αρκετά κρεμώδης. Το αποτέλεσμα του επίσημου ελέγχου ασφάλειας τροφίμων της συγκεκριμένης επιχείρησης δεν του παρέχεται μέσα από αντίστοιχο δημόσιο σύστημα αναζήτησης.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιλέξει διαφορετική σχέση μεταξύ ελεγκτικής αρχής, επιχείρησης και πελάτη. Στη Δανία, τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων είναι δημόσια διαθέσιμα. Τα εστιατόρια λαμβάνουν το γνωστό «smiley» που συνοψίζει το αποτέλεσμα και υποχρεούνται να το τοποθετούν έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να το δει πριν αποφασίσει να μπει. Η αρμόδια Danish Veterinary and Food Administration λέει ότι έτσι μπορεί ο καταναλωτής να επιλέγει που θα φάει, έχοντας γνώση του επιπέδου συμμόρφωσης.

Στη Φινλανδία λειτουργεί το Oiva. Οι έλεγχοι βαθμολογούνται σε τέσσερις κατηγορίες, από «Excellent» έως «Poor», και οι εκθέσεις Oiva δημοσιεύονται ηλεκτρονικά. Η τελευταία έκθεση πρέπει επίσης να βρίσκεται σε σημείο όπου μπορεί να τη δει ο πελάτης στην επιχείρηση, ενώ η φινλανδική νομοθεσία προβλέπει την εμφάνισή της και στην ιστοσελίδα ή σε άλλο εύκολα προσβάσιμο ψηφιακό σημείο του επαγγελματία.

Στη Βρετανία, ο καταναλωτής μπορεί να μπει στην επίσημη βάση Food Hygiene Ratings και να αναζητήσει επιχείρηση με το όνομά της ή με οδό, πόλη και ταχυδρομικό κώδικα για να μάθει τη βαθμολογία σε θέματα ασφάλειας τροφίμων. Στην Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία η ανάρτηση της βαθμολογίας σε εμφανές σημείο είναι νομικά υποχρεωτική.

Η Ιρλανδία ακολουθεί άλλο μοντέλο. Η Food Safety Authority of Ireland δημοσιοποιεί ονομαστικά επιχειρήσεις στις οποίες επιβάλλονται σοβαρά μέτρα, όπως εντολές αναστολής ή και απαγόρευσης λειτουργίας. Στις ανακοινώσεις της εμφανίζονται επωνυμίες, είδος επιχείρησης και διευθύνσεις. Τον Ιούνιο του 2026, για παράδειγμα, η FSAI δημοσίευσε δημόσια κατάλογο 14 σχετικών μέτρων με τα στοιχεία των επιχειρήσεων. Σε άλλες χώρες, όπως η Τσεχία, η Νορβηγία, η Ολλανδία και σε αρκετές πόλεις των ΗΠΑ και του Καναδά, λειτουργούν επίσης συστήματα δημόσιας πρόσβασης σε αποτελέσματα υγειονομικών ελέγχων, με λεπτομέρειες για την επωνυμία, τη διεύθυνση, τις παραβάσεις και τη βαθμολογία κάθε επιχείρησης.

Αυτή η σύγκριση δημιουργεί ένα δύσκολο ερώτημα για την ελληνική πολιτεία: γιατί ο Έλληνας καταναλωτής δεν έχει πρόσβαση σε μια επίσημη βάση όπου θα πληκτρολογεί την επωνυμία ενός εστιατορίου και θα βλέπει το ιστορικό και τα ευρήματα των υγειονομικών ελέγχων του; Η δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών αριθμών υπηρετεί τη στατιστική ενημέρωση. Γενικά και αόριστα. Αλλά, δεν επιτρέπει στον πολίτη να μετατρέψει την πληροφορία σε επιλογή. Το «74 ευρήματα γενικής υγιεινής» έχει μικρή πρακτική αξία για κάποιον που πρόκειται απόψε να κλείσει τραπέζι. Εκείνο που τον αφορά είναι αν το εστιατόριο στο οποίο θα φάει ήταν ένα από αυτά που παρουσίασαν προβλήματα και τι συνέβη στον επανέλεγχο.

Υπάρχει και μια δεύτερη συνέπεια που συζητείται λιγότερο. Η ανωνυμία δεν εξισώνει μόνο τον παραβάτη με τον συνεπή επαγγελματία· στερεί και από τον δεύτερο τη δυνατότητα να αποδείξει, μέσω ενός κρατικού συστήματος, ότι οι έλεγχοι στην επιχείρησή του έχουν καλό ιστορικό. Στη Δανία ή τη Φινλανδία η καλή επίδοση είναι δημόσια πληροφορία. Στην Ελλάδα παραμένει κλεισμένη στα αρχεία της διοίκησης.

Ο ΕΦΕΤ έχει πλέον τα δεδομένα. Για το 2025 γνωρίζουμε πόσοι έλεγχοι έγιναν, από πού προήλθαν και τι είδους προβλήματα καταγράφηκαν. Εκείνο που λείπει είναι η πληροφορία που ενδιαφέρει περισσότερο τον άνθρωπο που κάθεται στο τραπέζι: ποια επιχείρηση ελέγχθηκε, τι βρήκαν οι ελεγκτές και αν οι παραβάσεις διορθώθηκαν. Μέχρι να απαντηθεί θεσμικά αυτό το ερώτημα, ο καταναλωτής θα γνωρίζει περισσότερα για τα αστέρια μιας διαδικτυακής κριτικής παρά για το αποτέλεσμα του επίσημου ελέγχου στην κουζίνα που ετοιμάζει το φαγητό του.

*Το ευρωπαϊκό Alert and Cooperation Network (ACN) είναι το δίκτυο μέσω του οποίου οι αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών της ΕΕ ανταλλάσσουν πληροφορίες και συνεργάζονται για περιστατικά και παραβάσεις που αφορούν την ασφάλεια και τη νομοθεσία τροφίμων.

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Φάρμακα αδυνατίσματος GLP-1: 310 φορές αυξήθηκε η χρήση τους σε παιδιά ηλικίας 8 έως 11 ετών

H απότομη αύξηση προκαλεί ερωτήματα για την ασφάλεια και την πρόσβαση στη θεραπεία

Συμπληρώματα φυτικών προτεϊνών: Νέα μελέτη εντοπίζει PFAS σε κάθε δείγμα

Οι «παντοτινές χημικές ουσίες» δεν ήταν ο μόνος ρύπος που εντοπίστηκε στα συμπληρώματα πρωτεΐνης

Ελληνική βιομηχανία τροφίμων: Τι αλλάζει από το 2027 για κακάο και πρώτες ύλες υψηλού κινδύνου

Ο νέος κανονισμός της ΕΕ αλλάζει τα δεδομένα για προμήθειες, ιχνηλασιμότητα και έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων.