Η επιχείρηση υποστήριξε ότι η απόδειξη είχε εκδοθεί παρουσία των ελεγκτών, όμως στο myDATA δεν εμφανίστηκε συναλλαγή 7,40€
Το myDATA και οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις της ΑΑΔΕ «κλείδωσαν» φορολογικό πρόστιμο σε επιχείρηση εστίασης στη Σύρο, με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) να απορρίπτει την προσφυγή της επιχείρησης. Η υπόθεση, που ξεκίνησε από έναν επιτόπιο έλεγχο για μια απόδειξη μόλις 7,40 ευρώ που δεν είχε εκδοθεί τη στιγμή του ελέγχου, εξελίχθηκε σε μια τσουχτερή καμπάνα ύψους 1.000 ευρώ λόγω υποτροπής. Η συγκεκριμένη απόφαση έρχεται να υπενθυμίσει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τους αυστηρούς κανόνες που διέπουν την εστίαση, αλλά και το γεγονός ότι οι ελεγκτές πλέον δεν βασίζονται μόνο σε όσα βλέπουν στα τραπέζια, αλλά στην άμεση, ψηφιακή διασταύρωση των στοιχείων σε πραγματικό χρόνο.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ εξέδωσε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ενδικοφανής προσφυγή επιχείρησης εστίασης που δραστηριοποιούνταν στη Σύρο, σχετικά με πρόστιμο για μη έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου. Η υπόθεση αφορούσε επιτόπιο μερικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε σε επιχείρηση εστίασης κατά τις μεσημβρινές ώρες, με αντικείμενο την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων και του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Κατά την είσοδο των ελεγκτών στον χώρο της επιχείρησης διαπιστώθηκε ότι υπήρχε ήδη σερβιρισμένο τραπέζι πελατών χωρίς να έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη απόδειξη λιανικής πώλησης για τα προϊόντα που είχαν παραδοθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελέγχου, η αξία της συναλλαγής ανερχόταν σε 7,40 ευρώ, εκ των οποίων 6,55 ευρώ καθαρή αξία και 0,85 ευρώ ΦΠΑ 13%. Οι ελεγκτές προχώρησαν σε διασταυρωτικό έλεγχο μεταξύ των στοιχείων της ταμειακής μηχανής, των ημερήσιων δελτίων κίνησης και του ημερολογίου συναλλαγών του POS. Από τη διασταύρωση δεν προέκυψαν αποκλίσεις στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ωστόσο για το συγκεκριμένο τραπέζι δεν είχε εκδοθεί η αντίστοιχη απόδειξη. Η επιχείρηση υποστήριξε στην προσφυγή της ότι η απόδειξη είχε εκδοθεί παρουσία του ελέγχου και ότι η συγκεκριμένη παραγγελία αφορούσε προϊόν προς διανομή ή παραλαβή σε μορφή «πακέτο». Παράλληλα αμφισβήτησε το ύψος του προστίμου, υποστηρίζοντας ότι αρχικά είχε αναφερθεί ποσό 500 ευρώ και στη συνέχεια επιβλήθηκε τελικά πρόστιμο 1.000 ευρώ χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
Η φορολογική αρχή απάντησε ότι από τα στοιχεία που είχαν διαβιβαστεί στην πλατφόρμα myDATA δεν προέκυπτε έκδοση απόδειξης αξίας 7,40 ευρώ πριν ή κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Δηλαδή οι ελεγκτές δεν βασίστηκαν μόνο στο τι είδαν μέσα στο κατάστημα, έλεγξαν και αν είχε σταλεί ηλεκτρονικά στην ΑΑΔΕ απόδειξη 7,40€ εκείνη τη στιγμή. Ωστόσο στο σύστημα myDATA δεν εμφανιζόταν καμία απόδειξη 7,40€, άρα δεν υπήρχε καταχωρημένη και διαβιβασμένη συναλλαγή για το συγκεκριμένο τραπέζι, επομένως θεωρήθηκε ότι η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί. Στην έκθεση αναφέρεται ότι οι μόνοι φορολογικοί τίτλοι που εκδόθηκαν εκείνη τη στιγμή ήταν αποδείξεις αξίας 0,50 ευρώ, οι οποίες δεν σχετίζονταν με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε ότι η παράβαση αφορούσε μη έκδοση φορολογικού στοιχείου και όχι λανθασμένη περιγραφή προϊόντος ή λανθασμένο χαρακτηρισμό της συναλλαγής.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έλαβε υπόψη και προηγούμενη παράβαση της ίδιας επιχείρησης για μη έκδοση αποδείξεων κατά το έτος 2023. Επειδή η νέα παράβαση διαπιστώθηκε εντός πενταετίας από την κοινοποίηση της προηγούμενης πράξης επιβολής προστίμου, εφαρμόστηκαν οι διατάξεις περί υποτροπής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Με βάση το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, για επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικά βιβλία το κατώτατο πρόστιμο σε περίπτωση υποτροπής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ. Η απόφαση της ΔΕΔ επικύρωσε πλήρως το πρόστιμο, κρίνοντας ότι οι διαπιστώσεις του ελέγχου ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και ότι η επιχείρηση δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν την έκδοση της επίμαχης απόδειξης.
Η συγκεκριμένη υπόθεση υπενθυμίζει τις βασικές υποχρεώσεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις εστίασης σχετικά με την έκδοση φορολογικών στοιχείων. Για κάθε πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών προς ιδιώτη καταναλωτή απαιτείται η έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης ή απόδειξης παροχής υπηρεσιών μέσω εγκεκριμένου φορολογικού μηχανισμού. Η απόδειξη πρέπει να εκδίδεται κατά τον χρόνο παράδοσης των προϊόντων ή με την ολοκλήρωση της υπηρεσίας. Στους χώρους εστίασης η υποχρέωση αυτή αφορά κάθε μορφή συναλλαγής, είτε πρόκειται για κατανάλωση εντός καταστήματος είτε για παραγγελία σε πακέτο είτε για παραλαβή από τον πελάτη. Η υποχρέωση έκδοσης απόδειξης δεν συνδέεται με τον τρόπο πληρωμής, καθώς ισχύει τόσο για πληρωμές με μετρητά όσο και για συναλλαγές μέσω POS ή άλλων ηλεκτρονικών μέσων.
Οι καταναλωτές έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν απόδειξη για κάθε αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών. Η απόδειξη αποτελεί φορολογικό στοιχείο που πιστοποιεί τη συναλλαγή και συνδέεται με την απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ στο Δημόσιο. Οι πελάτες μπορούν να ζητούν την έκδοση και παράδοση της απόδειξης κατά την εξυπηρέτησή τους, ανεξάρτητα από το ύψος της συναλλαγής. Οι φορολογικοί έλεγχοι στην εστίαση πραγματοποιούνται τόσο επιτόπια όσο και μέσω ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, αξιοποιώντας δεδομένα από ταμειακές μηχανές, POS και την πλατφόρμα myDATA. Η μη έκδοση αποδείξεων μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα, προσαυξήσεις και σε αυστηρότερες κυρώσεις σε περίπτωση επανάληψης της ίδιας παράβασης μέσα στα χρονικά όρια που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία.