Η ταυτοποίηση του βασικού μηχανισμού θεωρείται σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση ενός από τα πιο επίμονα προβλήματα χημικής ρύπανσης παγκοσμίως.
Ερευνητές εντόπισαν έναν νέο μηχανισμό που θα μπορούσε να συμβάλει στη διάσπαση των εξαιρετικά ανθεκτικών χημικών ενώσεων PFAS, γνωστών και ως «παντοτινά χημικά», επειδή παραμένουν στο περιβάλλον και στον ανθρώπινο οργανισμό για πολλά χρόνια. Οι ενώσεις PFAS χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία και έχουν ανιχνευθεί σε πόσιμο νερό, συσκευασίες τροφίμων, βρόχινο νερό και ανθρώπινο αίμα σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η μεγάλη χημική τους σταθερότητα καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αποδόμησή τους.
Σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, η έντονη υπεριώδης ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει τη διάσπαση των PFAS χωρίς την ανάγκη πρόσθετων χημικών ουσιών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία παίζουν οι λεγόμενες «ρίζες υδρογόνου», ιδιαίτερα δραστικά σωματίδια που σχηματίζονται από το νερό όταν αυτό εκτίθεται σε υπεριώδη ακτινοβολία υψηλής ενέργειας. Οι ρίζες υδρογόνου επιτίθενται στα μόρια των PFAS αφαιρώντας άτομα φθορίου, αποδυναμώνοντας σταδιακά τους ισχυρούς δεσμούς άνθρακα-φθορίου που κάνουν τις ενώσεις αυτές τόσο ανθεκτικές. Η διαδικασία φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική σε μήκη κύματος κάτω από τα 300 νανόμετρα.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Ζονγκσού Γουέι από το Πανεπιστήμιο Άαρχους της Δανίας, επικεφαλής της έρευνας, δήλωσε ότι τα ευρήματα προσφέρουν μια πιο σαφή κατεύθυνση για την ανάπτυξη τεχνολογιών που δεν θα περιορίζονται απλώς στο φιλτράρισμα των PFAS, αλλά θα μπορούν να τα διασπούν ουσιαστικά. Όπως σημείωσε, πολλές από τις σημερινές μεθόδους καθαρισμού μεταφέρουν τις ενώσεις από ένα σημείο σε άλλο χωρίς να τις εξαλείφουν πλήρως. Η κατανόηση του ακριβούς μηχανισμού διάσπασης θεωρείται κρίσιμη για τη δημιουργία πιο αποδοτικών και βιώσιμων λύσεων επεξεργασίας.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν πάντως ότι η νέα ανακάλυψη δεν αποτελεί ακόμη άμεση λύση στο πρόβλημα της ρύπανσης από PFAS. Η διαδικασία αποδόμησης παραμένει σχετικά αργή, ενώ κατά τη διάρκειά της μπορεί να σχηματίζονται ενδιάμεσες χημικές ενώσεις. Ωστόσο, η ταυτοποίηση του βασικού μηχανισμού θεωρείται σημαντικό βήμα για την αντιμετώπιση ενός από τα πιο επίμονα προβλήματα χημικής ρύπανσης παγκοσμίως.