Οι φορολογικοί έλεγχοι στα σουβλατζίδικα δεν περιορίζονται πλέον στη διαπίστωση αν εκδόθηκε ή όχι μια απόδειξη. Σε πολλές περιπτώσεις οι ελεγκτές ανασυνθέτουν τον πραγματικό κύκλο εργασιών μιας επιχείρησης αξιοποιώντας τις αγορές εμπορευμάτων, το περιθώριο μικτού κέρδους, τις τιμές πώλησης, τα στοιχεία των προμηθευτών και ακόμη και τη φύρα των προϊόντων. Δύο αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, αποτυπώνουν στην πράξη τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου στην εστίαση και πώς μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικούς φορολογικούς καταλογισμούς.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Βιομηχανία κρέατος και αλλαντικών ανακαλεί δεκάδες κωδικούς λόγω μόλυνσης – Απανωτές ανακοινώσεις από μεγάλα σουπερμάρκετ
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο υποθέσεων είναι ότι η φορολογική διοίκηση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα βιβλία της επιχείρησης, αλλά αξιοποίησε τις διατάξεις περί έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Οι τεχνικές αυτές εφαρμόζονται όταν ο έλεγχος κρίνει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποτυπώνουν τον πραγματικό κύκλο εργασιών ή όταν προκύπτουν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ αγορών, πωλήσεων και οικονομικών δεδομένων της επιχείρησης.
Στην πρώτη υπόθεση, που εξετάστηκε, ο έλεγχος αφορούσε ατομική επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα την παροχή γευμάτων από ψητοπωλείο – σουβλατζίδικο με σερβίρισμα. Οι ελεγκτές επέλεξαν τη μέθοδο της σχέσης της τιμής πώλησης προς τον συνολικό όγκο του κύκλου εργασιών, κρίνοντας ότι ήταν η καταλληλότερη με βάση τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Με την εφαρμογή της τεχνικής αυτής επαναπροσδιορίστηκαν τόσο τα ακαθάριστα έσοδα όσο και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης, ενώ με την ίδια διαδικασία υπολογίστηκαν και οι φορολογητέες εκροές για τον ΦΠΑ.
Η μέθοδος αυτή βασίζεται στη σχέση μεταξύ των εισροών που απαιτούνται για την παραγωγή ενός προϊόντος και της τελικής τιμής πώλησης. Όταν είναι γνωστό το κόστος των πρώτων υλών, ο όγκος των εισροών και η λιανική τιμή, ο έλεγχος μπορεί να εκτιμήσει τον πραγματικό κύκλο εργασιών ακόμη και αν τα δηλωθέντα στοιχεία εμφανίζουν αποκλίσεις. Η σχετική απόφαση υπενθυμίζει ότι για τον προσδιορισμό των εσόδων μπορούν να αξιοποιηθούν τα δεδομένα της ίδιας της επιχείρησης αλλά και πληροφορίες από τρίτες πηγές ή από ομοειδείς επιχειρήσεις, εφόσον αυτές θεωρούνται αξιόπιστες.
Ο επιχειρηματίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της μεθόδου, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο έλεγχος δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τα πωληθέντα είδη, ότι η επιχείρηση διέθετε και άλλα προϊόντα πέραν εκείνων που εξετάστηκαν και ότι είχε υπολογιστεί εσφαλμένα φύρα 10% στα σουβλάκια. Προέβαλε επίσης λόγους παραγραφής και ελλιπούς αιτιολογίας της έκθεσης ελέγχου. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε τους ισχυρισμούς και διατήρησε τους καταλογισμούς.
Από τον έλεγχο προέκυψε διαφορά φόρου εισοδήματος 5.376,57 ευρώ, πρόστιμο 2.688,29 ευρώ και ειδική εισφορά αλληλεγγύης 367,11 ευρώ, με το συνολικό ποσό να διαμορφώνεται σε 8.431,97 ευρώ. Παράλληλα καταλογίστηκε διαφορά ΦΠΑ 2.473 ευρώ και πρόστιμο 1.236,50 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση για τον φόρο προστιθέμενης αξίας στα 3.709,50 ευρώ.
Ακόμη πιο αναλυτική είναι η δεύτερη υπόθεση. Εδώ οι ελεγκτές ακολούθησαν διαφορετική διαδρομή. Αντί να στηριχθούν αποκλειστικά στη σχέση τιμής πώλησης και κύκλου εργασιών, προσδιόρισαν αρχικά το περιθώριο μικτού κέρδους για κάθε κατηγορία προϊόντων και στη συνέχεια υπολόγισαν τον μέσο όρο του μικτού κέρδους και την αναλογία κόστους πωληθέντων. Για κάθε κατηγορία χρησιμοποιήθηκαν οι τιμές αγοράς, οι λιανικές τιμές πώλησης και τα αντίστοιχα ποσοστά μικτού κέρδους, ώστε να ανασυντεθεί ο πραγματικός τζίρος της επιχείρησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το κόστος πωληθέντων προσδιορίστηκε αποκλειστικά από τις αγορές εμπορευμάτων της περιόδου, ενώ ο έλεγχος αξιοποίησε και τα στοιχεία των προμηθευτών μέσω των συγκεντρωτικών καταστάσεων ΜΥΦ. Επειδή το υποκατάστημα λειτουργούσε εποχικά, οι ελεγκτές έκριναν ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικά αποθέματα έναρξης ή λήξης, επισημαίνοντας ότι ο εφοδιασμός με σουβλάκια γινόταν περίπου κάθε τρεις ημέρες. Αν η επιχείρηση θεωρούσε ότι υπήρχαν αποθέματα με επίδραση στο κόστος πωληθέντων, όφειλε να τα έχει καταγράψει στα λογιστικά της στοιχεία.
Στους υπολογισμούς εφαρμόστηκε φύρα 3% αποκλειστικά στα σουβλάκια. Με βάση τις αγορές, το κόστος πωληθέντων και τα ποσοστά μικτού κέρδους, ο έλεγχος υπολόγισε ακαθάριστα έσοδα 128.321,44 ευρώ, έναντι δηλωθέντων 82.625,08 ευρώ, διαπιστώνοντας αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη 45.696,36 ευρώ. Για την επόμενη χρονιά τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίστηκαν σε 127.628,82 ευρώ έναντι δηλωθέντων 89.979,50 ευρώ, με διαφορά 37.649,32 ευρώ. Ο επιχειρηματίας υποστήριξε ότι ο έλεγχος έπρεπε να αναγνωρίσει μεγαλύτερη φύρα, αμφισβήτησε την εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών και ζήτησε την ακύρωση των πράξεων. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έκρινε ότι η μεθοδολογία ήταν νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, διατηρώντας όλους τους καταλογισμούς.
Οι οικονομικές συνέπειες ήταν ιδιαίτερα σημαντικές .Συνολικά, από τον φορολογικό έλεγχο καταλογίστηκαν σε βάρος της επιχείρησης φόροι, πρόστιμα και λοιπές επιβαρύνσεις ύψους 70.999,04 ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει τους καταλογισμούς φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ για δυο φιρολογικά έτη, καθώς και το πρόστιμο για τη μη δήλωση μεταβολής δραστηριότητας.
Οι δύο αποφάσεις δείχνουν ότι οι φορολογικοί έλεγχοι στα σουβλατζίδικα βασίζονται πλέον σε αναλυτική επεξεργασία των οικονομικών δεδομένων της επιχείρησης. Οι αγορές κρέατος και λοιπών εμπορευμάτων, οι τιμές πώλησης, το μικτό κέρδος, η φύρα, οι πληροφορίες που παρέχουν οι προμηθευτές μέσω των ΜΥΦ και οι έμμεσες τεχνικές προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης αποτελούν τα βασικά εργαλεία με τα οποία η φορολογική διοίκηση επιχειρεί να προσδιορίσει τον πραγματικό κύκλο εργασιών και να εντοπίσει αδήλωτα έσοδα σε επιχειρήσεις εστίασης.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ