Τα προϊόντα που φέρουν το εμπορικό σήμα Oreo, είτε ως μπισκότα είτε ως συστατικό σε προϊόντα σοκολάτας και ζαχαροπλαστικής, συγκαταλέγονται στα δημοφιλέστερα προϊόντα της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων και καταναλώνονται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπους κάθε ηλικίας. Η εξέλιξη της νομοθεσίας για την επισήμανση των αλλεργιογόνων και η εφαρμογή ολοένα αυστηρότερων συστημάτων διαχείρισης αλλεργιογόνων στη βιομηχανία τροφίμων, έχουν επιτρέψει και σε άτομα με τροφικές αλλεργίες, να τα απολαμβάνουν.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Βιομηχανία κρέατος και αλλαντικών ανακαλεί δεκάδες κωδικούς λόγω μόλυνσης – Απανωτές ανακοινώσεις από μεγάλα σουπερμάρκετ
Ωστόσο ακόμη και σε μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους με ανεπτυγμένα συστήματα διασφάλισης ποιότητας, μπορεί να προκύψουν αστοχίες, που προκαλούν από ήπιες μέχρι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις , όπως στο χθεσινό περιστατικό με τη σοκολάτα Oreo. Οι αρχές ανακοίνωσαν οτι αναφέρθηκαν αλλεργικές αντιδράσεις μετά από κατανάλωση της σοκολάτας Cadbury Dairy Milk Oreo Candy της Mondelez που οδήγησαν στην ανάκληση συγκεκριμένων παρτίδων του προϊόντος.
Οι Αρχές του Καναδά επιβεβαίωσαν ότι έχουν καταγραφεί περιστατικά που συνδέονται με την κατανάλωση των επηρεαζόμενων προϊόντων, που περιείχαν μη δηλωμένο φιστίκι (pistachio), χωρίς να δημοσιοποιήσει τον αριθμό των ατόμων που επηρεάστηκαν, τη βαρύτητα των αντιδράσεων ή άλλες πληροφορίες για τα περιστατικά. Μέχρι σήμερα δεν έχουν δοθεί επιπλέον στοιχεία, ο΄θτε λετπομέτρειες από την CFIA, το Health Canada, τη Mondelez Canada ή τα καναδικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με τα περιστατικά που προηγήθηκαν της ανάκλησης.
Η ανάκληση ανακοινώθηκε στις 24 Ιουλίου 2026 και αφορά τη σοκολάτα Cadbury Dairy Milk Oreo Candy σε συσκευασίες των 38 g με κωδικό UPC 0 61200 01445 7 και πολυσυσκευασίες 12 × 38 g με κωδικό UPC 0 61200 01444 0. Επηρεάζονται οι παρτίδες με κωδικούς 2026 NO 27 OEC3854844, OEC3854845, OEC3854846 και 2027 JA 5 OEC3860215, OEC3860216, οι οποίες διανεμήθηκαν σε ολόκληρο τον Καναδά, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών πωλήσεων. Η ανάκληση πραγματοποιήθηκε από τη Mondelez Canada Inc., ενώ η CFIA συνεχίζει τη διερεύνηση της υπόθεσης και επιβεβαιώνει την απόσυρση των επηρεαζόμενων προϊόντων από την αγορά. Η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανάκληση Class 1, την υψηλότερη κατηγορία επικινδυνότητας που χρησιμοποιεί η Υπηρεσία για τα τρόφιμα. Η κατηγορία αυτή εφαρμόζεται όταν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η κατανάλωση ενός προϊόντος να προκαλέσει σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή επιπτώσεις στην υγεία ατόμων που είναι αλλεργικά στο συγκεκριμένο αλλεργιογόνο. Η έρευνα της Canadian Food Inspection Agency βρίσκεται σε εξέλιξη και εξετάζεται εάν επηρεάζονται επιπλέον προϊόντα.
Το κελυφωτό φιστίκι συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα τροφικά αλλεργιογόνα. Οι αλλεργικές αντιδράσεις προκαλούνται από πρωτεΐνες του καρπού που ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα σε ευαισθητοποιημένα άτομα. Ακόμη και πολύ μικρές ποσότητες μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα μέσα σε λίγα λεπτά από την κατανάλωση. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν κνησμό, κνίδωση, οίδημα στα χείλη, στη γλώσσα ή στον λαιμό, κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο, διάρροια, δύσπνοια, βρογχόσπασμο, πτώση της αρτηριακής πίεσης και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, αναφυλαξία. Η αναφυλαξία αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση που απαιτεί άμεση χορήγηση αδρεναλίνης και επείγουσα νοσοκομειακή αντιμετώπιση.
Η υποχρεωτική επισήμανση των αλλεργιογόνων αποτελεί βασική απαίτηση της νομοθεσίας στον Καναδά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε πολλές ακόμη χώρες. Η παρουσία μη δηλωμένου αλλεργιογόνου μπορεί να οδηγήσει έναν αλλεργικό καταναλωτή στην επιλογή ενός προϊόντος που θεωρεί ασφαλές, με αποτέλεσμα την έκθεσή του σε σοβαρό κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό, οι ανακλήσεις που αφορούν αλλεργιογόνα αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προτεραιότητα από τις αρμόδιες αρχές. Η ακούσια παρουσία φιστικιού σε προϊόν που δεν το αναγράφει στην ετικέτα οφείλεται συνήθως σε διασταυρούμενη επιμόλυνση κατά την παραγωγική διαδικασία ή σε σφάλμα διαχείρισης των συστατικών.
Υπολείμματα αλλεργιογόνων μπορούν να παραμείνουν σε αναμικτήρες, μεταφορικές ταινίες, δοσομετρικά συστήματα, σωληνώσεις, καλούπια, δεξαμενές και εξοπλισμό συσκευασίας όταν οι διαδικασίες καθαρισμού δεν απομακρύνουν πλήρως τις πρωτεΐνες του αλλεργιογόνου. Αντίστοιχος κίνδυνος υπάρχει κατά την αποθήκευση πρώτων υλών, τη χρήση κοινών εργαλείων παραγωγής, τη μεταφορά συστατικών και την εναλλαγή διαφορετικών προϊόντων στην ίδια γραμμή παραγωγής.
Η αποτελεσματική διαχείριση των αλλεργιογόνων αποτελεί διακριτό τμήμα κάθε συστήματος ασφάλειας τροφίμων. Περιλαμβάνει αξιολόγηση των σημείων όπου μπορεί να προκύψει διασταυρούμενη επιμόλυνση, φυσικό ή χρονικό διαχωρισμό της παραγωγής, τεκμηριωμένα και επικυρωμένα προγράμματα καθαρισμού, επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών απορρύπανσης, αυστηρό έλεγχο των πρώτων υλών, επαλήθευση των συνταγών πριν από την παραγωγή, διαχείριση των αλλαγών προϊόντων στις γραμμές παραγωγής και συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού. Η λανθασμένη χρήση πρώτων υλών, η ανεπαρκής επικοινωνία μεταξύ των τμημάτων παραγωγής και ποιοτικού ελέγχου ή η μη επικαιροποίηση των πληροφοριών επισήμανσης αποτελούν παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε ανάλογα περιστατικά.
Η επιβεβαίωση της απουσίας αλλεργιογόνων πραγματοποιείται με εργαστηριακές αναλύσεις. Οι πιο διαδεδομένες τεχνικές είναι οι ανοσολογικές μέθοδοι ELISA για την ανίχνευση ειδικών πρωτεϊνών αλλεργιογόνων και οι μοριακές τεχνικές PCR για την ανίχνευση γενετικού υλικού, όπου αυτό είναι κατάλληλο. Οι αναλύσεις εφαρμόζονται σε πρώτες ύλες, τελικά προϊόντα και επιφάνειες παραγωγής για την επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών καθαρισμού και του ελέγχου των αλλεργιογόνων.
Το Cibum είναι εξειδικευμένο site ενημέρωσης για την ασφάλεια τροφίμων. Οι πληροφορίες του άρθρου έχουν ενημερωτικό χαρακτήρα. Για περισσότερες λεπτομέρειες πατήστε ΕΔΩ.