Η βιομηχανία σολομού καλείται να επανεξετάσει τον τρόπο παραγωγής και διαχείρισης των ιχθυοτροφών
Ο σολομός του Ατλαντικού που εκτρέφεται αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο δημοφιλή τρόφιμα παγκοσμίως, αναγνωρισμένο για τη γευστική του ευελιξία και τη διατροφική του αξία. Η παρουσία του στα πιάτα μας σχετίζεται κυρίως με την πλούσια περιεκτικότητά του σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα μακράς αλυσίδας, ουσίες που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, τη γνωστική λειτουργία και την ψυχική υγεία.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Τζίντζερ: Νέα μελέτη αποκαλύπτει την την αντικαρκινική του δράση
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Είναι τα σχολεία περικυκλωμένα από καταστήματα fast food; Νέα έρευνα της FSA
Η περιεκτικότητα του σολομού σε ωμέγα-3 εξαρτάται από τη διατροφή του. Για τα εκτρεφόμενα ψάρια, αυτή βασίζεται παραδοσιακά σε ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια, παράγωγα από άγρια μικρόψαρα όπως ο γαύρος. Όμως η παγκόσμια προσφορά αυτών των «θαλάσσιων συστατικών» έχει φτάσει στα όρια της, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, γεγονός που έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων και έχει αυξήσει κατακόρυφα το κόστος.
Η έλλειψη πρώτων υλών οδήγησε τις ιχθυοτροφές να βασιστούν ολοένα και περισσότερο σε φυτικά έλαια, τα οποία όμως δεν περιέχουν ωμέγα-3 μακράς αλυσίδας. Το αποτέλεσμα ήταν πως η περιεκτικότητα σε ωμέγα-3 μιας μερίδας σολομού μειώθηκε κατά το ήμισυ την περίοδο 2006–2015. Παρ’ όλα αυτά, η βιομηχανία συνεχίζει να παρουσιάζει τον σολομό ως καλή πηγή ωμέγα-3, καθώς μόλις δύο μερίδες σκωτσέζικου σολομού την εβδομάδα επαρκούν για τη συνιστώμενη πρόσληψη ενός ενήλικα.
Οι προκλήσεις της ιχθυοκαλλιέργειας
Για να διατηρηθεί αυτό το διατροφικό πλεονέκτημα και να συνεχίσει η ανάπτυξη του κλάδου, η παραγωγή πρέπει να γίνει πιο αποδοτική. Κεντρικό σημείο αυτής της προσπάθειας είναι η καλύτερη αξιοποίηση των υποπροϊόντων της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, όπως τα τρίμματα, τα δέρματα και τα κεφάλια ψαριών. Αυτές οι πλούσιες σε ωμέγα-3 πρώτες ύλες, που συχνά απορρίπτονται λόγω κόστους αποθήκευσης και μεταφοράς, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τη διατροφική αξία των ζωοτροφών.
Σήμερα, περίπου το 50% της παγκόσμιας προσφοράς ιχθυελαίου προέρχεται ήδη από επεξεργασία υποπροϊόντων, όμως το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξηθεί. Για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας στην παραγωγή, δημιουργήθηκε ο δείκτης Fifo (Fish in, Fish out), που συγκρίνει τη βιομάζα ψαριών που χρησιμοποιείται στις ιχθυοτροφές με αυτήν που παράγεται για ανθρώπινη κατανάλωση. Ένας δείκτης μικρότερος από 1 θεωρείται θετικός, καθώς δείχνει ότι παράγεται περισσότερη τροφή απ’ όση καταναλώνεται στην παραγωγή της. Ωστόσο, ο δείκτης Fifo δεν λαμβάνει υπόψη την περιεκτικότητα σε ωμέγα-3, κάτι που αποτελεί βασικό ζητούμενο για τους καταναλωτές. Έτσι, εισήχθη ο δείκτης nFifo (nutritional Fifo), ο οποίος παρακολουθεί τη διαδρομή των ωμέγα-3 από τα άγρια ψάρια, μέσω της επεξεργασίας και των ιχθυοτροφών, έως το τελικό προϊόν.
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το γυναικείο ποδόσφαιρο θα γίνει το πέμπτο πιο δημοφιλές άθλημα στον κόσμο έως το 2030
Η μεθοδολογία του nFifo ευνοεί τη χρήση υποπροϊόντων, μειώνοντας τον δείκτη σε δίαιτες που αξιοποιούν τέτοιες πηγές. Ενώ η τυπική τροφή για σολομό σήμερα περιέχει 20-25% θαλάσσια συστατικά (μόλις το 5% από υποπροϊόντα), παρουσιάζει nFifo 2,17. Αντίθετα, η χρήση αποκλειστικά υποπροϊόντων οδηγεί τον δείκτη κάτω από 0,5, χωρίς απώλειες στην ποσότητα των ωμέγα-3 για τον καταναλωτή. Η εφαρμογή του nFifo είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς συνδέει για πρώτη φορά τη χρήση θαλάσσιων πόρων με την καθαρή διατροφική απόδοση προς τον άνθρωπο. Η μεθοδολογία μοιάζει με δείκτες που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, όπως το αποτύπωμα άνθρακα, η χρήση γης ή νερού, και επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ θαλάσσιων και φυτικών συστατικών.
Παρότι τα θαλάσσια συστατικά προκαλούν ανησυχίες σχετικά με την πίεση στην αλιεία, έχουν πλεονεκτήματα όπως χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα και σχεδόν μηδενική χρήση γης και νερού, σε αντίθεση με τα φυτικά υποκατάστατα. Αυτό υποστηρίζει την ανάγκη για πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις στον σχεδιασμό βιώσιμων τροφίμων.