ΑρχικήΝέαΙστορία ΤροφίμωνΈχουν τελικά τα κούμαρα κουμαρίνη, ο κουρκουμάς κουρκουμίνη και τα μήλα μηλικό...

Έχουν τελικά τα κούμαρα κουμαρίνη, ο κουρκουμάς κουρκουμίνη και τα μήλα μηλικό οξύ; Του Δρ Φ. Γαΐτη

16 λεπτά ανάγνωσης

Πώς η ετυμολογία, η χημεία και η ιστορία εξηγούν την ονομασία και τη σύσταση καθημερινών τροφίμων

Ο Δρ Φραγκίσκος Γαΐτης, Βιολόγος-Μικροβιολόγος τροφίμων, ξεκινά από μια φαινομενικά απλή ερώτηση –«έχουν τα κούμαρα κουμαρίνη;»– για να ανοίξει ένα πολύ πιο ουσιαστικό πεδίο προβληματισμού: τη σχέση ανάμεσα στην ονομασία των τροφίμων, τη χημική τους σύσταση και τη γλωσσική τους προέλευση. Μέσα από επιστημονικά τεκμηριωμένα παραδείγματα και ετυμολογικές διαδρομές, το άρθρο φωτίζει πώς η γλώσσα, η χημεία, η διατροφή και η ιστορία συνδέονται στενά, αποκαλύπτοντας ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στο πιάτο μας κουβαλούν πολύ περισσότερη πληροφορία απ’ όση φανταζόμαστε.

- Advertisement -

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Προειδοποίηση των αρχών: Μην καταναλώνετε τις συγκεκριμένες καραμέλες – Εντοπίστηκαν καρκινογόνα ορυκτέλαια

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Το εξωτικό φρούτο που καλλιεργείται πλέον και στην Ελλάδα και συνδέεται με βελτίωση μεταβολικών δεικτών και φλεγμονής

- Advertisement -

Γλωσσική ιστορία των τροφίμων

“Έχουν τα κούμαρα κουμαρίνη;” Αύτη είναι μια ερώτηση που μου τέθηκε από μια συνάδελφο και η αλήθεια είναι ότι με έπιασε εξαπίνης. Άραγε σε πόσα τρόφιμα ή πρώτες ύλες τροφίμων, υπάρχει πραγματική ετυμολογική σχέση ονομασίας και περιεχόμενης χημικής ουσίας και vice versa;

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Μπορώ να φάω άφοβα καμένο αυγό;

- Advertisement -

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Θεραπεύεται η ημικρανία με βελονισμό; Ευρήματα επιστημονικής μελέτης

Καταρχήν τα κούμαρα είναι καρπός του φυτού κουμαριά (λατινική ονομασία Arbutus unedo) και η κουμαρίνη πήρε το όνομά της από ένα μεγάλο δέντρο που λέγεται Kumaru στον καρπό του οποίου (φασόλια tonka) υπάρχουν ασυνήθιστα υψηλές συγκεντρώσεις της χημικής ουσίας. Συνεπώς, παρότι η κουμαριά περιέχει κουμαρίνη στα φύλλα της, το όνομά της δεν είναι αποτέλεσμα ετυμολογικής σχέσης.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ | Κίνδυνος εγκαυμάτων και πνιγμού από αποκριάτικες στολές των TEMU – Στο μικροσκόπιο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι κινεζικές πλατφόρμες

Αναζητώντας περιπτώσεις όπου υπάρχει ετυμολογική σύνδεση της ονομασίας χημικής ουσίας με το φυτό/καρπό από το οποίο προέρχεται, βρήκα τα παρακάτω:

  1. Μήλα / μηλικό οξύ: το μηλικό οξύ (malic acid), ένα φυσικό οργανικό οξύ που χαρίζει την χαρακτηριστική, ελαφρώς ξινή γεύση σε πολλά φρούτα και λαχανικά, αποτελεί συστατικό του μήλου και η ονομασία του προέρχεται από το μήλο (Malus domestica)
  2. Ντομάτα / λυκοπένιο: η ντομάτα περιέχει λυκοπένιο, μια λιποδιαλυτή φυτική χρωστική η οποία λειτουργεί ως ισχυρό αντιοξειδωτικό, η ονομασία του οποίου προέρχεται από την επιστημονική ονομασία της ντομάτας Solanum lycopersicum.
  3. Κακάο / θεοβρωμίνη: η θεοβρωμίνη, μια πικρή ένωση που υπάρχει σε υψηλά ποσοστά στους σπόρους κυρίως του κακάο και δρα όπως η καφεΐνη, προκαλώντας εγρήγορση στον εγκέφαλο μέσα από την επίδραση στο σύστημα των νευροδιαβιβαστών, περιέχεται στο κακάο και πήρε το όνομά της από την επιστημονική ονομασία του κακαόδεντρου Theobroma cacao.
  4. Καρότο / καροτένιο: το καροτένιο, μια ομάδα λιποδιαλυτών φυτικών χρωστικών ουσιών [καροτενοειδών] που δίνουν στα φρούτα και τα λαχανικά τα χρώματά τους και λειτουργούν ως ισχυρά αντιοξειδωτικά και ως πρόδρομες ουσίες της βιταμίνης Α, πήρε το όνομά του από τα καρότα (Daucus carota).
  5. Κανέλα / κινναμαλδεΰδη: η κινναμαλδεΰδη (cinnamaldehyde), μια οργανική ένωση που δίνει στην κανέλα το χαρακτηριστικό άρωμα και τη γεύση της και έχει ισχυρή αντιοξειδωτική δράση και ευεργετικές ιδιότητες, πήρε το όνομά της από το δέντρο του γένους Cinnamomum (Cinnamomum verum = Κανέλα Κευλάνης)
  6. Πιπέρι / πιπερίνη: η πιπερίνη (piperine) είναι το δραστικό συστατικό του μαύρου πιπεριού, έχει αντικαρκινικές ιδιότητες και εμποδίζει την ανάπτυξη των όγκων του καρκίνου του μαστού ενώ τονώνει το νευρικό σύστημα και βοηθά στην ομαλότερη λειτουργία του. Πήρε το όνομά της από το Piper nigrum ανθοφόρο αναρριχώμενο φυτό της τάξης των πεπερωδών και της οικογένειας των Πιπεριδών .
  7. Κουρκουμάς / κουρκουμίνη: η κουρκουμίνη (curcumin) είναι η κύρια δραστική ουσία του κουρκουμά (turmeric), γνωστή για τις ισχυρές αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, προσφέροντας οφέλη στην καρδιά, τον εγκέφαλο, την πέψη και την καταπολέμηση του οξειδωτικού στρες, και πήρε το όνομά της από τον κουρκουμά (Curcuma longa) ένα ριζωματοειδές, ποώδες, πολυετές φυτό της οικογένειας των Ζιγγιβεριδών (Zingiberaceae).
  8. Λεμόνι / λεμονένιο: Το  λεμονένιο (limonene) είναι υγρή οργανική χημική ένωση, αποτελεί το κυριότερο συστατικό στο αιθέριο έλαιο που περιέχει ο φλοιός των περισσότερων καρπών εσπεριδοειδών και χρησιμεύει ως αρωματική ουσία στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.  Πήρε το όνομά του από τo λεμόνι που είναι ο καρπός του υβριδικού δέντρου λεμονιά (Citrus limon) που ανήκει στην οικογένεια των ρουτιδών (Rutaceae).
  9. Καφές / καφεΐνη: η καφεΐνη (caffeine) είναι ένα πικρό, λευκό κρυσταλλικό αλκαλοειδές της ξανθίνης το οποίο είναι ένα ψυχοενεργό διεγερτικό ναρκωτικό. Στον άνθρωπο η καφεΐνη δρα ως διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), έχοντας ως αποτέλεσμα την προσωρινή αποτροπή της υπνηλίας και την αποκατάσταση της εγρήγορσης. Ονομάστηκε από το καφεόδεντρο (επιστημονικά Καφέα, Coffea) το οποίο αποτελεί γένος φυτών υπό μορφή αειθαλούς και κορμώδους θάμνου που μοιάζει πολύ με την κερασιά.

Η αναζήτηση αυτή μου δημιούργησε ένα «ερευνητικό» ενδιαφέρον για τη ρίζα λέξεων που χρησιμοποιούμε στη διατροφή μας οπότε, ως έτερος «Μπαμπινιώτης», αποφάσισα να το ψάξω λίγο περισσότερο. Η ρίζα μιας λέξης είναι από τα πιο θεμελιώδη εργαλεία για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η γλώσσα. Έχει τεράστια σημασία τόσο στη γλωσσολογία όσο και στην καθημερινή κατανόηση του λόγου.

Ειδικά στα τρόφιμα οι ρίζες των λέξεων αποκαλύπτουν:

  • προέλευση
  • μετακινήσεις πληθυσμών
  • διαδρομές εμπορίου
  • τρόπο παρασκευής
  • πρώτη ύλη
  • τοπικές παραδόσεις
  • τεχνολογικές καινοτομίες
  • πολιτισμικές επιρροές

Η Ελλάδα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας όπου η γλωσσική ιστορία των τροφίμων λειτουργεί σαν ζωντανός χάρτης πολιτισμικών συναντήσεων με πολλά εξελληνισμένα «δάνεια», ως αποτέλεσμα κυρίως της μακράς συνύπαρξης με Ανατολή και Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και Ιταλικές επιρροές λόγω Ενετοκρατίας.

Παρακάτω παρατίθενται γνωστά καθημερινά τρόφιμα και πρώτες ύλες και η προέλευση της ονομασίας τους:

Κακάο: έχει ρίζες στις γλώσσες των αυτόχθονων πληθυσμών της Αμερικής (Μάγια (kakaw) και Αζτέκοι (cacahuatl). O πρώτος ευρωπαίος που θεωρείται ότι ανακάλυψε και έφερε το κακάο στην Ευρώπη είναι o Hernando Cortez, o οποίος το Πάσχα του 1519 μ.Χ. προσάραξε με το στόλο του στη χερσόνησο Γιουκατάν. Η επιστημονική του ονομασία, Theobroma cacao, προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις “θεός” και “βρώμα”, που σημαίνει «τροφή των θεών».

Σοκολάτα: προέρχεται από τη γλώσσα Νάχουατλ των Αζτέκων, πιθανότατα από τη λέξη “xocolātl” (τσοκολάτλ), που σημαίνει “πικρό νερό”, περιγράφοντας το πικρό ρόφημα κακάο που έφτιαχναν οι αρχαίοι πολιτισμοί της Μεσοαμερικής, όπως οι Μάγια και οι Αζτέκοι. Το 1519 μ.Χ., φτάνει στο Μεξικό ο Hernando Cortez ο οποίος αντιλαμβάνεται την αξία των σπόρων κακάο, κατακτά τους Αζτέκους και εκμεταλλεύεται τους θησαυρούς των κακαόδεντρων. Το 1527 μ.Χ. οι πρώτοι καρποί κακάο φτάνουν στην Ισπανία, ανοίγουν «chocolaterias» σε ολόκληρη τη χώρα και ξετρελαίνουν τους Ισπανούς ενώ σταδιακά ταξιδεύει και κατακτά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Καφές: προέρχεται από την αραβική λέξη (qahwa) που είναι παραφθορά τμήματος της αρχικής αραβικής ονομασίας του καφέ, qahwat al-būnn, δηλαδή «κρασί του κόκκου», που αναφέρεται στο γεγονός ότι ο καφές χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο του κρασιού, καθώς το Κοράνι απαγορεύει το αλκοόλ.Από το “qahwa”, η λέξη μετατράπηκε σε “khave” από τους Οθωμανούς και στη συνέχεια σε “koffie” από τους Ολλανδούς, καταλήγοντας στη σύγχρονη ελληνική «καφές».

Τσάι: προέρχεται από την Κίνα και έχει δύο βασικές ρίζες από την κινεζική λέξη για το τσάι “chá”, ανάλογα με τον τρόπο μεταφοράς: από τις θαλάσσιες διαδρομές, οι Ολλανδοί μετέφεραν το “te”, ενώ από τις χερσαίες διαδρομές, οι Πέρσες και οι Ινδοί μετέφεραν το “cha”.

Ζάχαρη: προέρχεται από την σανσκριτική λέξη śarkara, που σημαίνει άμμος ή ψιλό χαλίκι. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε την Περσία, έφερε στην Ευρώπη το ζαχαροκάλαμο και μαζί με αυτό, τις γνώσεις για την παραγωγή ζάχαρης. Έτσι πραγματοποιήθηκε μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες του τότε γνωστού κόσμου. Οι Έλληνες ονόμασαν το νέο προϊόν σάκχαρον ή σάκχαρη, οι Ρωμαίοι saccharum, οι Άραβες sukkar και οι Βενετοί zucchero, απ’ όπου πέρασε στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Μέλι: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «μέλι» (μελιτ), η οποία με τη σειρά της έχει ρίζες σε αρχαιότερες γλώσσες, πιθανόν από την ίδια ρίζα που συναντάμε σε λέξεις όπως το λατινικό mel και το σανσκριτικό madhu, δηλαδή μια αρχική ρίζα που σημαίνει «γλυκό» ή «ζυμωμένο». Είναι μια από τις παλαιότερες λέξεις της ελληνικής γλώσσας και διατηρεί τη μορφή της σχεδόν αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες.

Βούτυρο: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «βοῦτυρον», η οποία είναι σύνθετη από τις λέξεις βοῦς (βους – βόδι/βόας) και τύρος (τυρί), και πιθανότατα σήμαινε “τυρί από βόδι”, υποδηλώνοντας την προέλευσή του από το γάλα των βοοειδών.

Γιαούρτι: η ονομασία προέρχεται από την τουρκική λέξη “yoğurmak”, που σημαίνει “πηγνύω” ή “ανακατεύω”, και περιγράφει τη διαδικασία ζύμωσης του γάλακτος, με το προϊόν να έρχεται από την Ανατολή. Αν και η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης, η κατανάλωση ζυμωμένου γάλακτος, όπως το αρχαίο ελληνικό “οξυγάλα”, υπήρχε και στην Ελλάδα από την αρχαιότητα, σύμφωνα με πηγές όπως ο Γαληνός.

Τυρί: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «τυρός» και ήταν ο γενικός όρος που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για όλα τα προϊόντα πήξης του γάλακτος, ενώ αργότερα στην ελληνική γλώσσα διαμορφώθηκε το σημερινό «τυρί». Η φέτα, έχει ξεχωριστή ιστορία και ονομασία, που προέρχεται από την ιταλική λέξη για το «κομμάτι» (fetta) που ίσως αναφέρεται στην αποθήκευση της φέτας αλλά και το σερβίρισμα, σε κομμάτια.

Γάλα: προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα, διατηρώντας τη μορφή και τη σημασία της από την Ομηρική εποχή, και συνδέεται ετυμολογικά με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα “glakt”, που έδωσε και λέξεις σε άλλες γλώσσες (γαλλικά: lait, ιταλικά: latte)

Ψωμί: προέρχεται από το ρήμα «ψώω», δηλαδή τρίβω, αλέθω, ή από το «ψωμίζω» δηλαδή τρέφομαι βάζοντας μικρά κομματάκια στο στόμα. Η αρχαία λέξη «άρτος» (που σήμαινε ψωμί) χρησιμοποιήθηκε κυρίως για το ψωμί ως σύμβολο (π.χ. «Τον άρτον ημών τον επιούσιον»).

Παξιμάδι: η ονομασία προέρχεται από τον Ρωμαίο συγγραφέα και γαστρονόμο Πάξαμο (Paxamus), ο οποίος εφηύρε τη μέθοδο διπλού ψησίματος (διπυρίτης άρτος) για να διατηρείται το ψωμί. Χρησιμοποιούνταν από ναυτικούς, βοσκούς και αγρότες ως βασική τροφή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τραχανάς: πιθανότατα προέρχεται από την περσική λέξη «ταρχανά» (tarkhana), που σημαίνει «ποτισμένο τρόφιμο» ή «φαγητό για το τραπέζι», συνδυάζοντας το περσικό (tar – υγρό/μουσκεμένο) και (khan – φαγητό/τραπέζι), περιγράφοντας τη διαδικασία παρασκευής του.

Ρύζι: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “όρυζον” (όρυζα) που αναφέρεται από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς όπως ο Ηρόδοτος και ο Θεόφραστος, κρατάει από τα αρχαία περσικά και είναι η κοινή ρίζα όλων των ευρωπαϊκών λέξεων: λατινικά oryza, γαλλικά riz, αγγλικά rice. Η λέξη αυτή, και κατ’ επέκταση το ίδιο το φυτό και το προϊόν, έφτασε στην Ευρώπη και την Ελλάδα από την Ασία, μέσω εμπορικών διαδρομών.

Σιτάρι: προέρχεται πιθανότατα από αρχαία ρίζα που σχετίζεται με την έννοια της «σίτισης» ή «σιτισμού», δηλαδή την παροχή τροφής, καθώς το σιτάρι ήταν βασικό και θεμελιώδες τρόφιμο από την αρχαιότητα.

Κριθάρι: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κρῖ» ή «κριθάριον», η οποία αναφέρεται στο ίδιο το δημητριακό, γνωστό από την αρχαιότητα ως βασική τροφή. Η ρίζα του ονόματος συνδέεται απευθείας με το φυτό και τον καρπό του..

Μακαρόνια: πιθανότατα προέρχεται από την ελληνική λέξη “μακαρία”, που αναφέρεται στα αρχαία έθιμα προσφοράς αποξηραμένων παρασκευασμάτων αλευριού στους τάφους των νεκρών (μακάρων), αν και υπάρχει και η εκδοχή να προέρχεται από το λατινικό “amaccare” (κόβω). Η ιστορία των ζυμαρικών είναι αρχαία, με αναφορές σε ετρουσκικούς τάφους, και τα βασικά συστατικά τους (σιτάρι, νερό) είναι τόσο θεμελιώδη που η ακριβής καταγωγή είναι δύσκολο να εντοπιστεί.

Πίτσα: ο όρος pizza καταγράφηκε για πρώτη φορά τον 10ο αιώνα σε ένα λατινικό χειρόγραφο από τη νότια ιταλική πόλη Γκαέτα στο Λάτιο, στα σύνορα με την Καμπανία. Η σύγχρονη πίτσα εφευρέθηκε στη Νάπολη και το πιάτο και οι παραλλαγές του έγιναν από τότε δημοφιλείς σε πολλές χώρες.

Πατάτα: είναι δάνειο από την τούρκικη λέξη patates, η οποία προήλθε από την Ισπανική λέξη patata [η οποία είναι ένας συνδυασμός των λέξεων: «batata» (γλυκοπατάτα) και «pomodoro» (ντομάτα)] και διαδόθηκε στην Ελλάδα μέσω των Τούρκων. Το αρχικό ελληνικό όνομα της ήταν «γεώμηλο».

Ντομάτα: προέρχεται από τη λέξη “tomatl” (τόματλ) της γλώσσας Νάουατλ (Nahuatl), που μιλιόταν από τους ιθαγενείς του Μεξικού και των Αζτέκων, οι οποίοι την καλλιεργούσαν. Οι Ισπανοί την έφεραν στην Ευρώπη τον 16ο αιώνα, προφέροντάς την “tomata”, και έτσι διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο.

Πορτοκάλι: η πορτοκαλιά (κιτρέα η σινική, citrus sinensis) εισήχθη από την Κίνα ή κατά μία άλλη εκδοχή από την Ινδία και διαδόθηκε από τους Πορτογάλους το 10ο αιώνα. Από το όνομα της χώρα τους πήρε και το όνομα του το νέο φρούτο. Ελληνικά: πορτοκάλι, Βουλγαρικά: πορtokan, πορtokal. Ρουμανικά: portocala, Περσικά: porteghal. Αντίθετα στις Αγγλοσαξωνικές γλώσσες το όνομα του φρούτου αυτού προέρχεται από παραφθορά της σανσκριτικής λέξης maranga (orange) που σημαίνει ευώδες..

Λεμόνι: προέρχεται από την περσική λέξη “limu”. Από εκεί πέρασε στις αραβικές χώρες και στην Ιταλία ως “limone”. Από το ιταλικό “limone” προέκυψε το μεσαιωνικό «λιμόνι» και τελικά το σύγχρονο «λεμόνι».

Μπανάνα: προέρχεται από την αραβική λέξη “banan”, η οποία σημαίνει «δάκτυλο», αναφερόμενη πιθανώς στο σχήμα του καρπού. Η λέξη διαδόθηκε παγκοσμίως μέσω των Αράβων εμπόρων, που έφεραν το φρούτο από τη Νοτιοανατολική Ασία προς τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Αβοκάντο: προέρχεται από την αζτεκική λέξη “ahuacatl” της γλώσσας Nahuatl (ιθαγενής γλώσσα του Μεξικού), η οποία σήμαινε «όρχις», λόγω του σχήματος του καρπού. Οι Ισπανοί αποικιοκράτες μετέτρεψαν την λέξη σε “aguacate” και αργότερα, στα αγγλικά, αυτή εξελίχθηκε στο “avocado”

Κανέλα: προέρχεται από τη λατινική λέξη “canella”, που είναι υποκοριστικό του “canna” (καλάμι), που προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη κάννη, από τον τρόπο που τυλίγεται καθώς στεγνώνει, ενώ η αρχαία ελληνική ονομασία ήταν «κιννάμωμον», η οποία πέρασε στα Λατινικά και στα μεσαιωνικά Γαλλικά, δίνοντας την αγγλική λέξη “cinnamon”.

Βανίλια: προέρχεται από την ισπανική λέξη “vainilla”, που είναι το υποκοριστικό του “vaina” (λοβός/περίβλημα), το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό “vagina” (θήκη/περίβλημα), περιγράφοντας το σχήμα του λοβού του φυτού της ορχιδέας Vanilla planifolia από την οποία προέρχεται το μπαχαρικό, το οποίο έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό από τους Ισπανούς κατακτητές, και έτσι επικράτησε η ισπανική ονομασία.

Καραμέλα: προέρχεται από την ιταλική “caramella”, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη μεσαιωνική λατινική “cannamellis” (άρα μέλι από καλάμι) και ίσως και από την αρχαία ελληνική λέξη «κάλαμος» (μικρό καλάμι), που αναφέρεται στα καλάμια από τα οποία έβγαινε το ζαχαροκάλαμο, με τελική ρίζα και το «μέλι».

Μουστάρδα: προέρχεται από τα λατινικά “mustum” (μούστος – χυμός σταφυλιών) και “ardens” (καυτερός), επειδή στην αρχαιότητα η σκόνη του φυτού σινάπι (mustard) γινόταν πάστα με μούστο σταφυλιού και είχε καυτερή γεύση, συνδυάζοντας τη γλυκύτητα του μούστου με την ένταση του σιναπιού.

Ξύδι: προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη «όξος» και συγκεκριμένα από το υποκοριστικό της «οξίδιον». Η λέξη συνδέεται άμεσα με την όξινη φύση του υγρού, ενώ η λατινική ονομασία “vinegar” προέρχεται από τη γαλλική φράση “vin aigre” (ξινισμένο κρασί).

Ελαιόλαδο: προέρχεται από την απλή σύνθεση των λέξεων «έλαιο» και «λάδι», δηλαδή το λάδι που προέρχεται από την ελιά, με την ετυμολογία να είναι ξεκάθαρη από την αρχαιότητα, όπου το χρησιμοποιούσαν ως τροφή, φάρμακο και καλλυντικό, και ο Όμηρος το αποκαλούσε «υγρό χρυσό».

Χαλβάς: προέρχεται από την αραβική λέξη “halwa” που σημαίνει «γλυκό» ή «γλυκό φαγητό» και μεταδόθηκε μέσω της τουρκικής γλώσσας (helva) στην Ελλάδα, όπου συνδέεται με ένα δημοφιλές επιδόρπιο με ποικίλες συνταγές που περιλαμβάνουν ταχίνι, σιμιγδάλι, μέλι, ξηρούς καρπούς, κ.ά., και έχει ρίζες που φτάνουν ως την αρχαιότητα.

Κεφίρ: προέρχεται από την τουρκική λέξη “keif”, που σημαίνει «καλή αίσθηση» και αναφέρεται στη θετική επίδραση που έχει στην ευεξία.

Χούμους: προέρχεται από την αραβική λέξη “ḥummuṣ” που σημαίνει «ρεβύθι», καθώς τα ρεβύθια είναι το κύριο συστατικό του διάσημου αυτού ντιπ, που έγινε παγκοσμίως γνωστό από τις κουζίνες της Αιγύπτου και του Λεβάντε. Το πλήρες όνομα της συνταγής είναι συχνά “ḥummuṣ bi ṭaḥīna”, δηλαδή «ρεβύθι με ταχίνι» καθώς η αυθεντική συνταγή περιλαμβάνει και ταχίνι (πάστα σουσαμιού).

Ταχίνι: έχει ρίζες στην αραβική γλώσσα, προερχόμενη από το “ṭaḥīniyya” που σημαίνει «αλεσμένο» ή «πολτοποιημένο». Προέρχεται από τη ρίζα “ṭaḥana” που σημαίνει «αλέθω» ή «τρίβω», τη διαδικασία δηλαδή που απαιτείται για να μετατραπεί το σουσάμι σε μια ομοιόμορφη πάστα. Η ίδια ρίζα βρίσκεται και στη λέξη “ṭaḥīn” που σημαίνει «αλεύρι», κάτι που δείχνει τη στενή σχέση της λέξης με τη διαδικασία της άλεσης. Η πάστα αυτή, φτιαγμένη από αλεσμένο σουσάμι, χρησιμοποιείται ευρέως στη Μέση Ανατολή και την Ελλάδα, και αποτελεί βασικό συστατικό σε πιάτα όπως το χούμους και ο χαλβάς.

Σουβλάκι: προέρχεται από τη λέξη σούβλα, που με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό subulus. Το σουβλάκι είναι το υποκοριστικό της σούβλας, πρωτοπαρουσιάζεται δε στην Αρχαία Ελλάδα και εμφανίζεται δε μεταξύ άλλων στα έργα του Αριστοφάνη, του Ξενοφώντος, του Αριστοτέλη.

Κοτόπουλο: προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κόττα», που σήμαινε όρνιθα, και την κατάληξη «-ούλο» που δηλώνει υποκοριστικό/μικρό, επομένως σημαίνει «μικρή όρνιθα», «πουλάκι», και εξελίχθηκε μέσω των αιώνων στη σύγχρονη λέξη «κοτόπουλο».

Σαρδέλα: προέρχεται από το νησί της Σαρδηνίας (Sardinia), καθώς το ψάρι αυτό αφθονεί στα νερά γύρω από αυτό το νησί.  Από εκεί, η ονομασία διαδόθηκε ευρέως, περιγράφοντας το γένος ψαριών Sardina, όπως η ευρωπαϊκή σαρδέλα (Sardina pilchardus).

Σολομός: προέρχεται πιθανότατα από τη λατινική λέξη “salmo” (ή παραλλαγές της όπως “salmone”), η οποία έχει τις ρίζες της σε αρχαίες ινδοευρωπαϊκές λέξεις που σημαίνουν “αυτός που πηδάει” ή “αυτός που ανεβαίνει” (λόγω της ικανότητάς του να πηδάει τα εμπόδια στα ποτάμια).

* Ο Δρ. Φραγκίσκος Γαΐτης εργάζεται στον ΕΦΕΤ και στο παρόν κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις.

- Advertisement -

Μείνετε ενημερωμένοι

Σας άρεσε το αρθρο; Εγγραφείτε για να λαμβάνεται εβδομαδιαία τα πιο σημαντικά άρθρα με θέμα τα τρόφιμα.


Google news

Ακολουθήστε μας για την άμεση ενημέρωση σας στο google news.

Must read

Η Φλόριντα μηνύει την OpenAI για πρόκληση βλάβης στους χρήστες – Πώς συνδέεται με τη βιομηχανία τροφίμων (Ολόκληρη η αγωγή)

Η υπόθεση ανοίγει νέο κεφάλαιο στη νομική ευθύνη των συστημάτων AI, με πιθανές επιπτώσεις σε μάρκετινγκ, συμμόρφωση και χρήση αλγορίθμων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων.

Ο Τάσος συστήνεται: Ο επιστήμονας τροφίμων που φέρνει την ασφάλεια στην κουζίνα μας

Γνωρίστε τον Τάσο τον Καρδιτσιώτη «Scientist» της διπλανής πόρτας που έκανε την Ασφάλεια Τροφίμων… κάρμα!