Έρευνα του ΙΟΒΕ για τον Φεβρουάριο αποτυπώνει μια κοινωνία που επιβιώνει αλλά δεν αναπνέει οικονομικά
Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που αναζητεί σταθεροποίηση μετά από χρόνια κρίσεων, οι Έλληνες καταναλωτές κατέχουν σταθερά την τελευταία θέση στον πίνακα καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Και αυτό δεν είναι απλώς μια στατιστική αξιοπερίεργα. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που, παρά την επίσημη ρητορική περί ανάκαμψης, αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά της ως συνεχή μάχη επιβίωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μηνιαίας έρευνας οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Φεβρουάριο, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης βελτιώθηκε οριακά στις -49,2 μονάδες, από -50,3 τον Ιανουάριο. Η βελτίωση αυτή, ωστόσο, δεν αλλάζει την κατάταξη. Η Ελλάδα παραμένει στο τέλος της λίστας μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, με δείκτη που εξακολουθεί να κινείται σε βαθιά αρνητικό έδαφος. Το 65% των νοικοκυριών εκτίμησε ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ελαφρά ή αισθητά κατά τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ μόλις το 2% ανέφερε βελτίωση.
Το βάρος της απαισιοδοξίας δεν αφορά μόνο το παρόν αλλά κυρίως το μέλλον. Το 62% των νοικοκυριών αναμένει ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης κατά το επόμενο 12μηνο, και μόλις το 3% προβλέπει βελτίωση. Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η απαισιοδοξία για τη γενικότερη πορεία της χώρας: το 70% των καταναλωτών προέβλεψε επιδείνωση της εθνικής οικονομίας, με μόνο το 21% να αναμένει σταθερότητα και ελάχιστους να μιλούν για βελτίωση. Η εικόνα για τις τιμές είναι εξίσου ανησυχητική. Ο δείκτης προβλέψεων για πληθωρισμό κλιμακώθηκε σημαντικά τον Φεβρουάριο στις +40,8 μονάδες, από +38,6 τον Ιανουάριο, με το 68% των νοικοκυριών να αναμένει άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό. Σε αυτό το κλίμα, δεν προκαλεί έκπληξη ότι το 86% των νοικοκυριών δεν θεωρεί πιθανή την αποταμίευση κατά το επόμενο 12μηνο, ποσοστό που παγιώνεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Μόλις τα βγάζουν πέρα
Η πιο αποκαλυπτική εικόνα προκύπτει από την ερώτηση για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού. Το 65% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», το 8% αναφέρει ότι αντλεί από τις αποταμιεύσεις του για να καλύψει τις ανάγκες του, και το 6% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί. Μόλις το 20% του συνόλου αποταμιεύει έστω και λίγο. Αυτά τα νούμερα δεν αποτυπώνουν μόνο οικονομική δυσχέρεια, αλλά και μια ψυχολογική κατάσταση βαθιάς αβεβαιότητας, καθώς το 60% των νοικοκυριών δήλωσε ότι η οικονομική κατάσταση μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα. Σε μια χώρα που βγήκε τυπικά από τα μνημόνια πριν από χρόνια, η οικονομική ψυχολογία του κόσμου εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να μην τα εγκατέλειψε ποτέ.